Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Νεαίρας

κατὰ Νεαίρας (126)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg059.perseus-grc2:126
Refs {'start': {'reference': '126', 'human_reference': 'Section 126'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐγὼ μὲν οὖν, ἄνδρες δικασταί, καὶ τοῖς θεοῖς, εἰς οὓς οὗτοι ἠσεβήκασιν, καὶ ἐμαυτῷ τιμωρῶν, κατέστησά τε τουτουσὶ εἰς ἀγῶνα καὶ ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ψῆφον ἤγαγον. καὶ ὑμᾶς δὲ χρὴ νομίσαντας μὴ λήσειν τοὺς θεούς, εἰς οὓς οὗτοι παρανενομήκασιν, τι ἂν ἕκαστος ὑμῶν ψηφίσηται, ψηφίσασθαι τὰ δίκαια καὶ τιμωρεῖν μάλιστα μὲν τοῖς θεοῖς, ἔπειτα δὲ καὶ ὑμῖν αὐτοῖς. καὶ ταῦτα ποιήσαντες δόξετε πᾶσι καλῶς καὶ δικαίως δικάσαι ταύτην τὴν γραφήν, ἣν Νέαιραν ἐγὼ ἐγραψάμην, ξένην οὖσαν ἀστῷ συνοικεῖν.

Tokens

ἐγὼ 1 w 3
μὲν 1 w 6
οὖν 1 w 9
1 w 11
ἄνδρες 1 w 17
δικασταί 1 w 25
καὶ 1 w 29
τοῖς 1 w 33
θεοῖς 1 w 38
εἰς 1 w 42
οὓς 1 w 45
οὗτοι 1 w 50
ἠσεβήκασιν 1 w 60
καὶ 2 w 64
ἐμαυτῷ 1 w 70
τιμωρῶν 1 w 77
κατέστησά 1 w 87
τε 1 w 89
τουτουσὶ 1 w 97
εἰς 2 w 100
ἀγῶνα 1 w 105
καὶ 3 w 108
ὑπὸ 1 w 111
τὴν 1 w 114
ὑμετέραν 1 w 122
ψῆφον 1 w 127
ἤγαγον 1 w 133
καὶ 4 w 137
ὑμᾶς 1 w 141
δὲ 1 w 143
χρὴ 1 w 146
νομίσαντας 1 w 156
μὴ 1 w 158
λήσειν 1 w 164
τοὺς 1 w 168
θεούς 1 w 173
εἰς 3 w 177
οὓς 2 w 180
οὗτοι 2 w 185
παρανενομήκασιν 1 w 200
1 w 202
τι 2 w 204
ἂν 1 w 206
ἕκαστος 1 w 213
ὑμῶν 1 w 217
ψηφίσηται 1 w 226
ψηφίσασθαι 1 w 237
τὰ 1 w 239
δίκαια 1 w 245
καὶ 5 w 248
τιμωρεῖν 1 w 256
μάλιστα 1 w 263
μὲν 2 w 266
τοῖς 2 w 270
θεοῖς 2 w 275
ἔπειτα 1 w 282
δὲ 2 w 284
καὶ 6 w 287
ὑμῖν 1 w 291
αὐτοῖς 1 w 297
καὶ 7 w 301
ταῦτα 1 w 306
ποιήσαντες 1 w 316
δόξετε 1 w 322
πᾶσι 1 w 326
καλῶς 1 w 331
καὶ 8 w 334
δικαίως 1 w 341
δικάσαι 1 w 348
ταύτην 1 w 354
τὴν 2 w 357
γραφήν 1 w 363
ἣν 1 w 366
Νέαιραν 1 w 373
ἐγὼ 2 w 376
ἐγραψάμην 1 w 385
ξένην 1 w 391
οὖσαν 1 w 396
ἀστῷ 1 w 400
συνοικεῖν 1 w 409

Dictionary Citations

LSJ

παρανομέω
παρανομέω, impf. παρενόμουν Lys. 3.17, D. 17.22, Aeschin. 3.77 : fut. -ήσω Luc. Tim. 45 : aor. παρενόμησα Hdt. 7.238, Th. 3.67, Luc. Am. 20, later παρην- Plu. Demetr. 37 : pf. παρανενόμηκα D. 59.126, later παρηνόμηκα D.S. 16.61 : plpf. παρενενομήκεσαν X. HG 2.1.31 :— Pass., aor. παρενομήθην Th. 5.16, etc. : pf. παρανενόμημαι D. 44.31, 54.2 ; part. παρηνομημένος SIG 167.38 ( Mylasa, iv B.C.) :—
παρανομέω
2 commit a crime or outrage, τι Antipho 5.15, And. 4.21, Aeschin. l.c., Arist. Pol. 1307b31 ; ἐς τὸν νεκρὸν ταῦτα παρενόμησε Hdt. 7.238, cf. Lys. 3.17 ; εἰς θεούς D. 59.126 ; εἰς τὸ μαντεῖον D.S. 16.61 ; also π. τὸ θεῖον καὶ πάτριον ἀξίωμα τῆς εὐσεβείας Plu. Superst. 2.166b ; περὶ σφᾶς Th. 8.108 ; π. τὰ δημόσια act illegally in public matters, Id. 2.37 :— Pass., κάθοδος παρανομηθεῖσα a return illegally procured, Id. 5.16.