LSJ
II
take upon oneself, undertake, πόνους Hdt. 6.108; πόλεμόν τινι war against one, Id. 5.36; πολέμους ἀναιρούμεσθα E. Supp. 492, cf. D. 1.7; ἀ. ἔχθραν Pl. Phdr. 233c, D. 6.20; ἀ. δημόσιον ἔργον undertake, contract for the execution of a work, Pl. Lg. 921d, cf. a, b, D. 53.21.
reap or mow completely, of a crop, θέρος D. 53.21, cf. PEdgar 27.5 (iii B.C.), LXX Le. 19.9, Alciphr. 3.16 : metaph. of men, τοὺς γηγενεῖς ἐξεθερίσατε Sch. A.R. 4.1031, cf. E. Fr. 373 :— Pass., Thphr. CP 4.6.1.
II
summer-fruits, harvest, crop, θ. ἀλλότριον ἀμᾶν Ar. Eq. 392, cf. D. 53.21, AP 11.365.3 ( Agath.): pl., θέρη crops, PFlor. 150.5 (iii A.D.); θέρη σταχύων the ripe ears, Plu. Fab. 2: metaph., πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος A. Pers. 822, cf. Ag. 1655; τὸ γηγενὲς δράκοντος . . θ. E. Ba. 1026; of a horseʼs mane, v. θερίζω I.3; of a youthʼs beard, Call. Del. 298, AP 10.19 ( Apollonid.); also τέμνεται τὸ ἱερὸν καὶ ἀπόρρητον θ. τοῦ θεοῦ Τάλλου Jul. Or. 5.168d.
II
Med., fut. μισθώσομαι Ar. V. 52: aor. ἐμισθωσάμην: pf. μεμίσθωμαι (v. infr.):— have let to one, hire, c. acc. pers. vel rei, πλοῖον, μισθωτούς, ἐπικουρικόν, Hdt. 1.24, Ar. Av. 1152, Th. 4.52; οἰκίαν ἣν ᾤκει μεμισθωμένος Is. 6.39; τίνα τῶν πολιτῶν ἑταιρεῖν μεμίσθωμαι; D. 45.79; τῆς οἰκίας ἧς ἐμεμίσθωτο Lys. 3.11; μισθωσάμενός τινος τὴν οἰκίαν D. 27.58; μ. τι παρά τινος Hdt. 1.68; τοὺς μεμισθωμένους παρʼ ἐμοῦ τὸ χωρίον Lys. 17.8; μ. τινὰ ταλάντου engage his services at a talent, Hdt. 3.131; ὀλίγου at a low price, Arist. Pol. 1259a13: c. inf., μ. νηὸν ἐξοικοδομῆσαι contract for the building of the temple, Hdt. 5.62; μ. γράψαι ψάφισμα Maiuri Nuova Silloge 432 ( Cos); μισθοῦσθαί τινα c. inf., hire him to do a thing, Hdt. 9.34; μισθοῦ σαυτὸν ἀμφορεαφορεῖν Ar. Fr. 299, cf. D. 18.33; μ. ὑπέρ τινος make a contract for a thing, Id. 53.21; ὁ μισθωσάμενος the contractor, Is. 11.34.
buy; 2 sg. ἐπρίω Ar. V. 1440; 3 sg. ἐπρίατο IG 1(2).94.22, Ep. πρίατο Od. 1.430; imper. πρίασο Ar. Ach. 870; πρίω ib. 34, 35, Eup. 1, etc.; Dor. πρίᾱ Epich. 137; subj. πρίωμαι Ar. Ach. 812, 2 sg. πρίῃ Id. Nu. 614, 3 sg. πρίηται D. 18.247, Thphr. Fr. 97.3; opt. πριαίμην S. Ant. 1171, Leg.Gort. 6.13, etc.; inf. πρίασθαι IG 1(2).10.5, E. Med. 233, Ar. V. 253, etc. ( πριάσασθαι v.l. in LXX Ge. 42.10); part. πριάμενος Hdt. 1.196, IG 1(2).94.22, Leg.Gort. 6.20, etc.:— buy, Od. l.c., etc.; ὁ πριάμενος, opp. ὁ ἀποδόμενος, Leg.Gort. 6.20: c. dat. pretii, τίς σε πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσιν Od. 14.115, cf. 452; τὸ κάλλος ἀνονήτοις γάμοις E. Hel. 885, cf. Med. 233, etc.: c. gen., π. θανάτοιο purchase by his death, Pi. P. 6.39; π. καπίθην ἀλεύρων τεττάρων σίγλων X. An. 1.5.6; π. πολλοῦ Id. Cyr. 3.2.19 (also πρὸ πάντων χρημάτων Id. Mem. 2.5.3.); πρίασθαι οὐδενὸς λόγου to buy at no price, S. Aj. 477: with dat. pers.added, πόσου πρίωμαί σοι τὰ χοιρίδια; Ar. Ach. 812, cf. Ra. 1229, S. Ant. 1171; π. τι παρὰ τῶν ἐκτημένων Hdt. 9.94; π. τὴν χώραν παρά τινων τριάκοντα ταλάντων X. HG 3.2.30: c. inf., π. παρά τινων μὴ δοῦναι δίκην And. 3.38; τῆς ψυχῆς π. ὥστε μὴ . . X. Cyr. 3.1.36, cf. 8.4.23: π. alone, π. τίμιον [τοὔλαιον] buy it dear, Ar. V. 253; τὴν εἰρήνην π. Aeschin. 2.178; ὀπώραν D. 53.21; π. τὸ ποιῆσαι buy the power of doing, X. Cyr. 5.3.10.