LSJ
put out money at usury, lend, IG 1(2).302.56, Ar. Th. 842, al.; more fully, δ. ἐπὶ τόκῳ Pl. Lg. 742c; ἐπὶ ὀκτὼ ὀβολοῖς τὴν μνᾶν δ. τοῦ μηνὸς ἑκάστου D. 53.13, cf. Aeschin. 1.107; δ. ἐπὶ τούτοις τοῖς ἀνδραπόδοις on the security of . ., D. 27.27; ἐπὶ τοῖς σώμασι Arist. Ath. 9.1; εἰς τὰ ἡμέτερα D. 27.28; δανεῖσαι χρήματα εἰς τὸν Πόντον καὶ πάλιν Ἀθήναζε Id. 35.3.
4
for which . . , ἔργον τελέσαι δώρῳ ἔ. μεγάλῳ Il. 10.304, cf. 21.445; ἐ. τίνι χρήματι; Hdt. 3.38; ἐ. πόσῳ; Pl. Ap. 41a; ἐ. ταλάντῳ χρυσίου Ar. Av. 154; ἐπʼ ἀργυρίῳ λέγειν, πράττειν, D. 19.182, 24.200; ἐ. χρήμασι λυμαίνεσθαι Id. 19.332; ἐ. πολλῷ ἐρρᾳθυμηκότες Id. 1.15; also of money lent at interest, δανείζεσθαι ἐ. τοῖς μεγάλοις τόκοις ibid.; ἐ. δραχμῇ δανείζειν lend at 12 per cent., Id. 27.9; ἐπʼ ὀκτὼ ὀβολοῖς τὴν μνᾶν τοῦ μηνὸς ἑκάστου δανείζειν, i.e. at 16 per cent., Id. 53.13; ἐ. διακοσίαις εἴκοσι πέντε τὰς χιλίας for 225 per mille, i.e. 22.5 per cent., Syngr. ap. eund. 35.10; also of the security on which money is borrowed, δανείζειν ἐ. ἀνδραπόδοις Id. 27.27; ἐπʼ οἴνου κεραμίοις τρισχιλίοις Id. 35.18; ἐ. νηΐ Id. 56.3; δανείζειν ἐ. τοῖς σώμασιν Arist. Ath. 9.1, cf. 2.2, D.H. 4.9.
1
ransom, mostly in pl. (later sg., D.S. 20.84, Plu. Aet.Gr. 2.295c, etc.), τῶν λ. τὴν δεκάτην the tithe of the ransom-money, Hdt. 5.77; Ἕκτορος λύτρα, title of Il. 24 and of play by Aeschylus; λύτρα λαβεῖν τινος receive as ransom for . . , Th. 6.5; τῆς θυγατρὸς λύτρα φέρων Pl. R. 393d; λύτρα ἀποδιδόναι, καταθεῖναι, pay ransom, D. 53.11, 13; εἰσενεγκεῖν εἰς λύτρα contribute towards it, ib. 7; ἀφιέναι ἄνευ λύτρων release without ransom, X. HG 7.2.16, cf. Aeschin. 2.100, D. 19.169, etc.; δώσουσιν ἕκαστος λύτρα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ Κυρίῳ a ransom of his soul, LXX Ex. 30.12; sg. in NT, λ. ἀντὶ πολλῶν Ev.Matt. 20.28, Ev.Marc. 10.45; λ. ὑπὲρ γαμέτου IG 14.607f ( Carales); pl., sum paid for manumission of a slave, POxy. 48.6 (i A. D.), etc.
2
οὐχ ὅ . . . ἀλλὰ or ἀλλὰ καὶ . . is not only not . . but . . , and is expld. by an ellipsis of λέγω or ἐρῶ (cf. ὅτι IV), οὐχ ὅ. κωλυταὶ . . γενήσεσθε, ἀλλὰ καὶ . . δύναμιν προσλαβεῖν περιόψεσθε not only will you not become . . , but you will also . . , Th. 1.35, cf. X. HG 5.4.34, D. 6.9 ; οὐχ ὅ. ὑμῖν τῶν αὑτοῦ τι ἐπέδωκεν, ἀλλὰ τῶν ὑμετέρων πολλὰ ὑφῄρηται Lys. 30.26 ; οὐχ ὅ. τούτων χάριν ἀπέδοσαν, ἀλλʼ ἀπολιπόντες ὑμᾶς εἰς τὴν Λακεδαιμονίων συμμαχίαν εἰσῆλθον Isoc. 14.27, cf. D. 18.131, 53.13 ; οὐ γὰρ ὅπως . . , ἀλλὰ καὶ . . Id. 21.11 ; οὔκουν ὅπως . . , ἀλλὰ . . X. Cyr. 8.2.12 ; also οὐχ ὅ . . . , ἀλλʼ οὐδέ . . , οὐχ ὅ. ἀδικοῦντες, ἀλλʼ οὐδʼ ἐπιδημοῦντες ἐφυγαδευόμεθα Id. HG 2.4.14 ; οὐχ ὅ. τῆς κοινῆς ἐλευθερίας μετέχομεν, ἀλλʼ οὐδὲ δουλείας μετρίας τυχεῖν ἠξιώθημεν Isoc. 14.5 ; διμοιρίαν λαμβάνων ἐν ταῖς θοίναις οὐχ ὅπως ἀμφοτέραις ἐχρῆτο, ἀλλὰ διαπέμπων οὐδετέραν αὑτῷ κατέλειπε X. Ages. 5.1 ; οὐχ ὅ. ζημιοῦν, ἀλλὰ μηδʼ ἀτιμάζειν . . Th. 3.42 : so sts. μὴ ὅ. (where an imper. must be supplied), μὴ ὅ. ὀρχεῖσθαι ἀλλʼ οὐδὲ ὀρθοῦσθαι ἐδύνασθε do not think that you could dance = so far from being able to dance, X. Cyr. 1.3.10.
2
introduce, recommend one person to another, commonly for purposes of business, μὴ πονηρούς, ὦ πονήρα, προξένει Eup. 321; λέγων οἷον ἄνθρωπον προὐξένησέ μοι D. 37.11, cf. 53.13; σὺ προξένησον introduce me (to the oracle), E. Hel. 146; π. τινὰ διδάσκαλον, φοιτητήν, introduce him as teacher, as pupil, Pl. La. 180c, Alc. 1.109d; π. κόρην τινί Longus 3.36, cf. Him. Or. 1.11; also π. βωμόν Lib. Ep. 739.1.