Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Στεφάνου ψευδομαρτυριῶν β΄

κατὰ Στεφάνου ψευδομαρτυριῶν β΄ (7)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg046.perseus-grc2:7
Refs {'start': {'reference': '7', 'human_reference': 'Section 7'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀκοὴν δʼ οὐκ ἐῶσι ζῶντος μαρτυρεῖν, ἀλλὰ τεθνεῶτος, τῶν δὲ ἀδυνάτων καὶ ὑπερορίων ἐκμαρτυρίαν γεγραμμένην ἐν τῷ γραμματείῳ· καὶ ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐπισκήψεως τήν τε μαρτυρίαν καὶ ἐκμαρτυρίαν ἀγωνίζεσθαι ἅμα, ἵνʼ ἐὰν μὲν ἀναδέχηται ἐκμαρτυρήσας, ἐκεῖνος ὑπόδικος τῶν ψευδομαρτυρίων, ἐὰν δὲ μὴ ἀναδέχηται, οἱ μαρτυρήσαντες τὴν ἐκμαρτυρίαν.

Tokens

ἀκοὴν 1 w 5
δʼ 1 w 7
οὐκ 1 w 10
ἐῶσι 1 w 14
ζῶντος 1 w 20
μαρτυρεῖν 1 w 29
ἀλλὰ 1 w 34
τεθνεῶτος 1 w 43
τῶν 1 w 47
δὲ 1 w 49
ἀδυνάτων 1 w 57
καὶ 1 w 60
ὑπερορίων 1 w 69
ἐκμαρτυρίαν 1 w 80
γεγραμμένην 1 w 91
ἐν 1 w 93
τῷ 1 w 95
γραμματείῳ 1 w 105
καὶ 2 w 109
ἀπὸ 1 w 112
τῆς 1 w 115
αὐτῆς 1 w 120
ἐπισκήψεως 1 w 130
τήν 1 w 133
τε 3 w 135
μαρτυρίαν 2 w 144
καὶ 3 w 147
ἐκμαρτυρίαν 2 w 158
ἀγωνίζεσθαι 1 w 169
ἅμα 1 w 172
ἵνʼ 1 w 176
ἐὰν 1 w 179
μὲν 1 w 182
ἀναδέχηται 1 w 192
1 w 193
ἐκμαρτυρήσας 1 w 205
ἐκεῖνος 1 w 213
ὑπόδικος 1 w 221
1 w 222
τῶν 2 w 225
ψευδομαρτυρίων 1 w 239
ἐὰν 2 w 243
δὲ 2 w 245
μὴ 1 w 247
ἀναδέχηται 2 w 257
οἱ 1 w 260
μαρτυρήσαντες 1 w 273
τὴν 1 w 276
ἐκμαρτυρίαν 3 w 287

Dictionary Citations

LSJ

ἀναδέχομαι
II take upon oneself, submit to, ἀνεδέγμεθʼ ὀϊζύν Od. 17.563, cf. Archil. 60; ἁμαρτήματα D. 19.36; πόλεμον Plb. 1.88.12; ἀπέχθειαν Plu. Eum. 6; ἀ. τι ἐφʼ ἑαυτόν D. 22.64, cf. Din. 1.3: abs., acknowledge oneʼs evidence, of an absent witness, D. 46.7.
ἐκμαρτυρία
the deposition of a witness taken out of court, -ίας ποιεῖσθαι Is. 3.21 (pl.), D. 46.7, Aeschin. 2.19, SIG 953.41 ( Calymna, ii B.C., pl.).
ὑπερόριος
over the boundaries, abroad, D. 46.7; ῥιψάτω ὑπερούριον Theoc. 24.95, cf. Anon. ap. Suid.; ὑ. ἀσχολία occupation in foreign parts, abroad, Th. 8.72; ὑ. ἀρχή, opp. ἔνδημος, Lex ap. Aeschin. 1.19; δικαστήρια, opp. ἐπιχώρια, PMonac. 14.83 (vi A.D.); τὰ ὑ. foreign affairs, opp. τὰ κατὰ πόλιν and τὰ ἔνδημα, Arist. Pol. 1285b14.