Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Ὀνόματος

πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Ὀνόματος (26)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg039.perseus-grc2:26
Refs {'start': {'reference': '26', 'human_reference': 'Section 26'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐγὼ δʼ ἐάσω ταῦτα. ἀλλʼ εἰ δίκαιʼ ὀμώμοκεν μήτηρ τούτων, ἐπʼ αὐτοφώρῳ συκοφάντην ἐπιδεικνύει τοῦτον ταῖς δίκαις ταύταις. εἰ γὰρ οὕτω δαπανηρὸς ἦν, ὥστε γάμῳ γεγαμηκὼς τὴν ἐμὴν μητέρα, ἑτέραν εἶχε γυναῖκα, ἧς ὑμεῖς ἐστέ, καὶ δύʼ οἰκίας ᾤκει, πῶς ἂν ἀργύριον τοιοῦτος ὢν κατέλιπεν;

Tokens

ἐγὼ 1 w 3
δʼ 1 w 5
ἐάσω 1 w 9
ταῦτα 1 w 14
ἀλλʼ 1 w 19
εἰ 1 w 21
δίκαιʼ 1 w 27
ὀμώμοκεν 1 w 35
1 w 36
μήτηρ 1 w 41
2 w 42
τούτων 1 w 48
ἐπʼ 1 w 52
αὐτοφώρῳ 1 w 60
συκοφάντην 1 w 70
ἐπιδεικνύει 1 w 81
τοῦτον 1 w 87
ταῖς 1 w 91
δίκαις 1 w 97
ταύταις 1 w 104
εἰ 2 w 107
γὰρ 1 w 110
οὕτω 1 w 114
δαπανηρὸς 1 w 123
ἦν 1 w 125
ὥστε 1 w 130
γάμῳ 1 w 134
γεγαμηκὼς 1 w 143
τὴν 1 w 146
ἐμὴν 1 w 150
μητέρα 1 w 156
ἑτέραν 1 w 163
εἶχε 1 w 167
γυναῖκα 1 w 174
ἧς 1 w 177
ὑμεῖς 1 w 182
ἐστέ 1 w 186
καὶ 1 w 190
δύʼ 1 w 193
οἰκίας 1 w 199
ᾤκει 1 w 203
πῶς 1 w 207
ἂν 1 w 209
ἀργύριον 1 w 217
τοιοῦτος 1 w 225
ὢν 1 w 227
κατέλιπεν 1 w 236

Dictionary Citations

LSJ

γαμέω
marry, i.e. take to wife, of the man, Ἀδρήστοιο δʼ ἔγημε θυγατρῶν one of his daughters, Il. 14.121; ἔνθα δʼ ἔγημε γυναῖκα Od. 15.241; γ. γυναῖκα ἐς οἰκία, like ἄγεσθαι, Hdt. 4.78: c. acc. cogn., γάμον γαμεῖν A. Pr. 764, 909; τὸν Ἑλένης γάμον . . γήμας E. IA 467; γῆμαι γέκτρα βασιλέως the kingʼs daughter, Id. Med. 594: rarely c. dupl. acc., γάμους τοὺς πρώτους ἐγάμεε Κύρου δύο θυγατέρας (for πρῶτον ἐγάμεε . . θυγατέρας) Hdt. 3.88, cf. E. Tr. 357; also γάμῳ γ. marry in lawful wedlock, D. 39.26; ἐκ κακοῦ, ἐξ ἀγαθοῦ γῆμαι, marry a wife of mean or noble stock, Thgn. 189, 190; ἐκ μειόνων X. Hier. 1.28; ἐκ γενναίων E. Andr. 1279; παρά τινος ib. 975, Pl. Plt. 310c; ἐπὶ θυγατρὶ γ. ἄλλην γυναῖκα set a stepmother over oneʼs daughter, Hdt. 4.154, cf. E. Alc. 372; ἐπὶ δέκα ταλάντοις τινὰ γαμεῖν marry a wife with a dowry of ten talents, And. 4.13.
οἰκία
II household, domestic establishment, Pl. Grg. 520e ; δύʼ οἰκίας ᾤκει, i. e. he kept two establishments, D. 39.26, cf. Arist. Pol. 1265b26 ; more primitive than the πόλις, ib. 1252b17, EN 1162a18, al. ; ὁ ἐπὶ τῆς οἰκίας the house-steward, PCair.Zen. 150.16 (iii B. C.).