Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Ὀνόματος

πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Ὀνόματος (18)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg039.perseus-grc2:18
Refs {'start': {'reference': '18', 'human_reference': 'Section 18'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

εἶεν. εἰ δὲ ξενίας προσκληθείη; πολλοῖς δὲ προσκρούει, καὶ ὃν ἠναγκάσθη τρόπον πατὴρ ποιήσασθαι αὐτόν, οὐ λέληθεν. ὑμεῖς δʼ, ὅτε μὲν τοῦτον οὐκ ἐποιεῖθʼ πατήρ, τὴν μητέρʼ ἀληθῆ λέγειν ἡγεῖσθʼ αὐτοῦ· ἐπειδὰν δʼ οὕτως γεγονὼς οὗτος ὀχληρὸς , πάλιν ὑμῖν ποτὲ δόξει ʼκεῖνος ἀληθῆ λέγειν. τί δʼ, εἰ ψευδομαρτυρίων ἁλώσεσθαι προσδοκῶν ἐφʼ οἷς ἐρανίζει τούτοις τοῖς περὶ αὑτόν, ἐρήμην ἐάσειεν τελεσθῆναι τὴν δίκην; ἆρά γε μικρὰν ἡγεῖσθε βλάβην, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐν κοινωνίᾳ τὸν ἅπαντα βίον τῆς τούτου δόξης καὶ τῶν ἔργων εἶναι;

Tokens

εἶεν 1 w 4
εἰ 1 w 7
δὲ 1 w 9
ξενίας 1 w 15
προσκληθείη 1 w 26
πολλοῖς 1 w 34
δὲ 2 w 36
προσκρούει 1 w 46
καὶ 1 w 50
ὃν 1 w 52
ἠναγκάσθη 1 w 61
τρόπον 1 w 67
1 w 68
πατὴρ 1 w 73
ποιήσασθαι 1 w 83
αὐτόν 1 w 88
οὐ 1 w 91
λέληθεν 1 w 98
ὑμεῖς 1 w 104
δʼ 1 w 106
ὅτε 1 w 110
μὲν 1 w 113
τοῦτον 1 w 119
οὐκ 1 w 122
ἐποιεῖθʼ 1 w 130
2 w 131
πατήρ 1 w 136
τὴν 1 w 140
μητέρʼ 1 w 146
ἀληθῆ 1 w 151
λέγειν 1 w 157
ἡγεῖσθʼ 1 w 164
αὐτοῦ 1 w 169
ἐπειδὰν 1 w 177
δʼ 2 w 179
οὕτως 1 w 184
γεγονὼς 1 w 191
οὗτος 1 w 196
ὀχληρὸς 1 w 203
1 w 204
πάλιν 1 w 210
ὑμῖν 1 w 214
ποτὲ 1 w 218
δόξει 1 w 223
ʼκεῖνος 1 w 230
ἀληθῆ 2 w 235
λέγειν 2 w 241
τί 1 w 244
δʼ 3 w 246
εἰ 2 w 249
ψευδομαρτυρίων 1 w 263
ἁλώσεσθαι 1 w 272
προσδοκῶν 1 w 281
ἐφʼ 1 w 284
οἷς 1 w 287
ἐρανίζει 1 w 295
τούτοις 1 w 302
τοῖς 1 w 306
περὶ 1 w 310
αὑτόν 1 w 315
ἐρήμην 1 w 322
ἐάσειεν 1 w 329
τελεσθῆναι 1 w 339
τὴν 2 w 342
δίκην 1 w 347
ἆρά 1 w 351
γε 5 w 353
μικρὰν 1 w 359
ἡγεῖσθε 1 w 366
βλάβην 1 w 372
1 w 374
ἄνδρες 1 w 380
Ἀθηναῖοι 1 w 388
ἐν 1 w 391
κοινωνίᾳ 1 w 399
τὸν 1 w 402
ἅπαντα 1 w 408
βίον 1 w 412
τῆς 1 w 415
τούτου 1 w 421
δόξης 1 w 426
καὶ 2 w 429
τῶν 1 w 432
ἔργων 1 w 437
εἶναι 1 w 442

Dictionary Citations

LSJ

ἐρανίζω
2 ‘log-rolling’, ἐφʼ οἷς -ίζει τοῖς περὶ αὑτόν D. 39.18.
τελέω
2 fulfil oneʼs word, τ. ἔπος, μῦθον, ὑπόσχεσιν, Il. 14.44, Od. 4.776, 10.483; τελέω τὰ πάροιθεν ὑπέστην Il. 23.20; τελέσαι κότον, χόλον, glut oneʼs fury, wrath, 1.82, 4.178: also, grant one the fulfilment or accomplishment of anything, τ. νόον τινί fulfil his wish, 23.149, cf. Od. 22.51; τ. ἐέλδωρ Hes. Sc. 36; λιτάς A. Th. 627 (lyr.); κατάρας ib. 724 (lyr.); rarely c. inf., οὐδʼ ἐτέλεσσε φέρων δόμεναι he succeeded not in . . , Il. 12.222 (cf. ἀνύω I.6):— Pass., to be fulfilled, 2.36, 330, al.: esp. pf. part., [ μῦθος] τετελεσμένος ἐστί Il. 1.388, cf. h.Ven. 26; elsewh. in Hom. only neut., τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται Il. 1.212, cf. 8.286, al.:— Med., τελέσασθαι δίκην bring a suit to issue, D. 38.18, cf. 39.18 ( Pass.).