Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Ὀνόματος

πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Ὀνόματος (11)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg039.perseus-grc2:11
Refs {'start': {'reference': '11', 'human_reference': 'Section 11'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

λοιπὸν εἰς τὸ δικαστήριον ἡμᾶς εἰσιέναι. οὐκοῦν ἐφʼ ἑκάστῳ τούτων δικαστήριον ἡμῖν πόλις καθιεῖ, καὶ τοῦ μὲν κοινοῦ καὶ ἴσου, τοῦ τὸν λαχόντʼ ἄρχειν, ἀποστερησόμεθα, ἀλλήλους δὲ πλυνοῦμεν, καὶ τῷ λόγῳ κρατήσας ἄρξει. καὶ πότερʼ ἂν βελτίους εἴημεν τῶν ὑπαρχουσῶν δυσκολιῶν ἀπαλλαττόμενοι, καινὰς ἔχθρας καὶ βλασφημίας ποιούμενοι; ἃς πᾶσʼ ἀνάγκη συμβαίνειν, ὅταν ἀρχῆς τινος ἄλλου πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἀμφισβητῶμεν.

Tokens

λοιπὸν 1 w 6
εἰς 1 w 9
τὸ 1 w 11
δικαστήριον 1 w 22
ἡμᾶς 1 w 26
εἰσιέναι 1 w 34
οὐκοῦν 1 w 41
ἐφʼ 1 w 44
ἑκάστῳ 1 w 50
τούτων 1 w 56
δικαστήριον 2 w 67
ἡμῖν 1 w 71
3 w 72
πόλις 1 w 77
καθιεῖ 1 w 83
καὶ 1 w 87
τοῦ 1 w 90
μὲν 1 w 93
κοινοῦ 1 w 99
καὶ 2 w 102
ἴσου 1 w 106
τοῦ 2 w 110
τὸν 1 w 113
λαχόντʼ 1 w 120
ἄρχειν 1 w 126
ἀποστερησόμεθα 1 w 141
ἀλλήλους 1 w 150
δὲ 1 w 152
πλυνοῦμεν 1 w 161
καὶ 3 w 165
1 w 166
τῷ 1 w 168
λόγῳ 1 w 172
κρατήσας 1 w 180
ἄρξει 1 w 185
καὶ 4 w 189
πότερʼ 1 w 195
ἂν 1 w 197
βελτίους 1 w 205
εἴημεν 1 w 211
τῶν 1 w 214
ὑπαρχουσῶν 1 w 224
δυσκολιῶν 1 w 233
ἀπαλλαττόμενοι 1 w 247
1 w 249
καινὰς 1 w 255
ἔχθρας 1 w 261
καὶ 5 w 264
βλασφημίας 1 w 274
ποιούμενοι 1 w 284
ἃς 1 w 287
πᾶσʼ 1 w 291
ἀνάγκη 1 w 297
συμβαίνειν 1 w 307
ὅταν 1 w 312
ἀρχῆς 1 w 317
1 w 318
τινος 1 w 323
ἄλλου 1 w 328
πρὸς 1 w 332
ἡμᾶς 2 w 336
αὐτοὺς 1 w 342
ἀμφισβητῶμεν 1 w 354

Dictionary Citations

LSJ

καθίζω
4 cause an assembly, court, etc., to take their seats, convene, ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει Od. 2.69; ὅταν καθέσωσιν ἀγῶνα h.Ap. ap. Th. 3.104; κ. τὸ δικαστήριον Ar. V. 305, cf. D. 39.11, IG 2(2).778.13; νομοθέτας D. 24.25, prob. in Id. 3.10; but κ. τινὶ δικαστήν appoint a judge to try a person, Pl. Lg. 874a; ἐάν τε χιλίους ἐάν θʼ ὁποσουσοῦν ἡ πόλις καθίσῃ D. 21.223; constitute, establish, δικαστήρια Pl. Plt. 298e; βουλὴν ἐπίσκοπον πάντων Plu. Sol. 19.
πλύνω
II πλύνειν τινά ‘ give him a dressing’, abuse, κἀκυκλοβόρει κἄπλυνε Ar. Ach. 381; ἀλλήλους πλυνοῦμεν D. 39.11; πλύνοντες αὑτοὺς τἀπόρρητα Id. 58.40; τὸν πατέρα καὶ σὲ τούς τε σοὺς ἐγὼ πλυνῶ Men. 608; τοὺς κρείσσονας D.C. 46.4: c. dat. modi, τὸν τάριχον τουτονὶ πλύνων ἅπασιν ὅσα σύνοιδʼ αὐτῷ κακά Ar. Fr. 200: c. dupl.acc., πλυνεῖ τε τὰ κακὰ τῶν κακῶν ὑμᾶς Diocl.Com. 2. ( πλῠ-ν-yω cogn. with πλε (ϝ) -ω, also with Lith. pláuti ‘bathe’, OSlav. pluti ‘flow’, ‘sail’.)