Scaife ATLAS

CTS Library / παραγραφὴ πρὸς Ναυσίμακον καὶ Ξενοπείθην

παραγραφὴ πρὸς Ναυσίμακον καὶ Ξενοπείθην (12)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg038.perseus-grc2:12
Refs {'start': {'reference': '12', 'human_reference': 'Section 12'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

σκοπεῖτε δὴ τοῦθʼ οὑτωσί. ὤφειλεν Ἑρμῶναξ στατῆρας ἑκατὸν παρὰ Ναυσικράτους λαβὼν τούτοις. τούτων Ἀρίσταιχμος ἐπίτροπος καὶ κηδεμὼν ἐγένεθʼ ἑκκαίδεκʼ ἔτη. οὐκοῦν γε τούτων ἀνδρῶν γεγονότων διʼ ἑαυτοῦ διέλυε χρήμαθʼ Ἑρμῶναξ, οὐκ ἀπέδωκεν ὅτʼ ἦσαν παῖδες· οὐ γὰρ δίς γε ταὐτὰ κατετίθει. ἔστιν οὖν οὕτω τις ἀνθρώπων ἄτοπος, ὥσθʼ τοὺς κυρίους διεκρούσατο μὴ καταθεῖναι τοσοῦτον χρόνον, ταῦτα τῷ μὴ κυρίῳ πέμψαντι γράμμαθʼ ἑκὼν ἀποδοῦναι; ἐγὼ μὲν οὐκ οἶμαι.

Tokens

σκοπεῖτε 1 w 8
δὴ 1 w 10
τοῦθʼ 1 w 15
οὑτωσί 1 w 21
ὤφειλεν 1 w 29
Ἑρμῶναξ 1 w 36
στατῆρας 1 w 44
ἑκατὸν 1 w 50
παρὰ 1 w 54
Ναυσικράτους 1 w 66
λαβὼν 1 w 71
τούτοις 1 w 78
τούτων 1 w 85
Ἀρίσταιχμος 1 w 96
ἐπίτροπος 1 w 105
καὶ 1 w 108
κηδεμὼν 1 w 115
ἐγένεθʼ 1 w 122
ἑκκαίδεκʼ 1 w 131
ἔτη 1 w 134
οὐκοῦν 1 w 141
1 w 142
γε 1 w 144
τούτων 2 w 150
ἀνδρῶν 1 w 156
γεγονότων 1 w 165
διʼ 1 w 168
ἑαυτοῦ 1 w 174
διέλυε 1 w 180
χρήμαθʼ 1 w 187
1 w 188
Ἑρμῶναξ 2 w 195
οὐκ 2 w 199
ἀπέδωκεν 1 w 207
ὅτʼ 1 w 210
ἦσαν 1 w 214
παῖδες 1 w 220
οὐ 3 w 223
γὰρ 1 w 226
δίς 1 w 229
γε 3 w 231
ταὐτὰ 1 w 236
κατετίθει 1 w 245
ἔστιν 1 w 251
οὖν 1 w 254
οὕτω 1 w 258
τις 1 w 261
ἀνθρώπων 1 w 269
ἄτοπος 1 w 275
ὥσθʼ 1 w 280
1 w 281
τοὺς 1 w 285
κυρίους 1 w 292
διεκρούσατο 1 w 303
μὴ 1 w 305
καταθεῖναι 1 w 315
τοσοῦτον 1 w 323
χρόνον 1 w 329
ταῦτα 1 w 335
τῷ 1 w 337
μὴ 2 w 339
κυρίῳ 1 w 344
πέμψαντι 1 w 352
γράμμαθʼ 1 w 360
ἑκὼν 1 w 364
ἀποδοῦναι 1 w 373
ἐγὼ 1 w 377
μὲν 1 w 380
οὐκ 3 w 383
οἶμαι 1 w 388

Dictionary Citations

LSJ

διακρούω
II Med., drive from oneself, get rid of, τοὺς Ἕλληνας Hdt. 7.168; πρόσοδον [πρέσβεων] D.H. 3.3; μακρὰς στρατηγίας Plu. Nic. 6; evade, διακρούεσθαι τὸ δίκην δοῦναι D. 21.128; διακρούεται τὰ χρήματα ἐκτῖσαι POxy. 71 i 13 (iv A.D.); δ. τινά evade his creditor by delays, of a debtor, D. 34.13; δ. τοὺς λοιδοροῦντας Plu. Adul. 2.70d; δ. τοὺς κυρίους μὴ καταθεῖναι D. 38.12; so δ. τὸν παρόντα χρόνον Id. 19.33; evade, slur over a difficult question, ψιλῇ παρατηρήσει A.D. Pron. 41.8; evade an argument, Sor. 1.58: abs., practise evasions and delays, D. 21.186, 201, POxy. 237 viii 10 (ii A.D.):— Pass., διακρουσθῆναι τῆς τιμωρίας escape from punishment, D. 24.132.