2
coast by or along, ὃς τῆς Ἀττικῆς ταῦτα μὴ -πέπλωκε Hdt. 4.99, cf. Isoc. 15.123 ; ἐς Σικυῶνα Th. 1.111 ; ἐνθένδε μὲν εἰς Σινώπην π., ἐκ Σινώπης δὲ εἰς Ἡράκλειαν X. An. 5.6.10, cf. D. 35.31 ; ἐκεῖθεν X. HG 5.4.61 ; π. ἀπὸ κάλω, v. κάλως.
1
more, πλεῦν ἔτι τούτου Hdt. 2.19, etc.; εἴ τι ἐνορῶ πλέον Id. 1.89; τὸ δὲ π. nay, what is more, E. Supp. 158 (Musgr. for τί δὲ . . ); to a greater extent, Th. 1.90, 7.57, etc.; πλέον or τὸ πλέον τινός a higher degree of a thing, τίς πλέον τᾶς εὐδαιμονίας φέρει; S. OT 1189 (lyr.); τὸ π. τοῦ χρόνου Th. 1.118, etc.; also τὸ π. ὃ ἀναφέρει the excess which he reports, PCair.Zen. 661 (iii B.C.); ᾧ πλεῖον the excess, prob. in PPetr. 2p.42 (iii B.C.), cf. PCair.Zen. 742.26 (iii B. C.); πλέον ἔχειν to have the advantage, have the best of it, like πλεονεκτέω, c. gen., Hdt. 9.70, Pl. R. 343d, 349b, etc.; τὸ π. πάντων ἔχειν X. Cyr. 1.3.18: more fully, μοίρης πλεῖον ἔχειν Thgn. 606; π. τινὸς φέρεσθαι Hdt. 8.29; π. φέρεσθαι τῶν ἄλλων And. 4.4, etc.; π. ποιεῖν do some good, be successful, βουλοίμην ἂν πλέον τί με ποιῆσαι ἀπολογούμενον Pl. Ap. 19a; οὐδὲν π. ποιήσειν, -ῆσαι, And. 1.149, 4.7, cf. Pl. Phd. 115c, etc.; παραινοῦσʼ οὐδὲν ἐς π. ποιῶ S. OT 918; οὐδὲν π. ὀψοφαγῶν ποιήσεις Ath. 8.344b; οὐδὲν εἴργασμαι π. E. Hipp. 284; οὐδὲν π. πρᾶξαι Id. IA 1373, And. 4.20, etc.; οὐδὲν ἐπίσταμαι π. have no superior knowledge, Pl. Tht. 161b; τί πλέον; what more, i.e. what good or use is it? Antipho 5.95, etc.; τί π. πλουτεῖν . . πάντων ἀποροῦντας; Ar. Pl. 531; τί σοι π. λυπουμένῃ γένοιτʼ ἄν; E. Hel. 322; τί π. ἔστʼ εἰς τέκνα πονεῖν; Supp.Epigr. 1.567.1 ( Karanis, iii B.C.), cf. AP 7.261.1 ( Diotim.); also οὐδὲν ἦν π. τοῖς πεπονθόσιν Lys. 19.4 (= And. 1.7), cf. D. 35.31; ὧν οὐδέν μοι π. γέγονε Isoc. 15.28; οὐδέν γέ σοι π. ἔσται Pl. R. 341a; τί τὸ π.; Epigr.Gr. 306 a.3; ἐπὶ πλέον as Adv., more, further, Hdt. 2.171, 5.51, Th. 6.54, Pl. Phdr. 261b, etc.: c. gen., beyond, ἐπὶ π. τῶν ἄλλων ἰσχύσας Th. 1.9 (but, ἐπὶ τὸ π. ἵκεο μοίσας to surpassing height in . . , Theoc. 1.20); also ὅταν τις ἐς π. πέσῃ τοῦ θέλοντος S. OC 1219 codd. (lyr.); περὶ πλείονος ποιεῖσθαι, v. περί A. IV.