Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν

πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν (26)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg035.perseus-grc2:26
Refs {'start': {'reference': '26', 'human_reference': 'Section 26'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλὰ πεπόνθαμεν καινότατον, ἄνδρες δικασταί· ἐν γὰρ τῇ πόλει τῇ ἡμετέρᾳ αὐτῶν, οὐδὲν ἀδικοῦντες οὐδὲ δίκην οὐδεμίαν ὠφληκότες τούτοις, σεσυλήμεθα τὰ ἡμέτερʼ αὐτῶν ὑπὸ τούτων Φασηλιτῶν ὄντων, ὥσπερ δεδομένων συλῶν Φασηλίταις κατʼ Ἀθηναίων. ἐπειδὰν γὰρ μὴ ἐθέλωσιν ἀποδοῦναι ἔλαβον, τί ἄν τις ἄλλο ὄνομα ἔχοι θέσθαι τοῖς τοιούτοις ὅτι ἀφαιροῦνται βίᾳ τὰ ἀλλότρια; ἐγὼ μὲν οὐδὲ ἀκήκοα πώποτε πρᾶγμα μιαρώτερον οὗτοι διαπεπραγμένοι εἰσὶ περὶ ἡμᾶς, καὶ ταῦτα ὁμολογοῦντες λαβεῖν παρʼ ἡμῶν τὰ χρήματα.

Tokens

ἀλλὰ 1 w 4
πεπόνθαμεν 1 w 14
καινότατον 1 w 24
1 w 26
ἄνδρες 1 w 32
δικασταί 1 w 40
ἐν 1 w 43
γὰρ 1 w 46
τῇ 1 w 48
πόλει 1 w 53
τῇ 2 w 55
ἡμετέρᾳ 1 w 62
αὐτῶν 1 w 67
οὐδὲν 1 w 73
ἀδικοῦντες 1 w 83
οὐδὲ 2 w 87
δίκην 1 w 92
οὐδεμίαν 1 w 100
ὠφληκότες 1 w 109
τούτοις 1 w 116
σεσυλήμεθα 1 w 127
τὰ 1 w 129
ἡμέτερʼ 1 w 136
αὐτῶν 2 w 141
ὑπὸ 1 w 144
τούτων 1 w 150
Φασηλιτῶν 1 w 159
ὄντων 1 w 164
ὥσπερ 1 w 170
δεδομένων 1 w 179
συλῶν 1 w 184
Φασηλίταις 1 w 194
κατʼ 1 w 198
Ἀθηναίων 1 w 206
ἐπειδὰν 1 w 214
γὰρ 2 w 217
μὴ 1 w 219
ἐθέλωσιν 1 w 227
ἀποδοῦναι 1 w 236
1 w 237
ἔλαβον 1 w 243
τί 1 w 246
ἄν 2 w 248
τις 1 w 251
ἄλλο 1 w 255
ὄνομα 1 w 260
ἔχοι 1 w 264
θέσθαι 1 w 270
τοῖς 1 w 274
τοιούτοις 1 w 283
1 w 284
ὅτι 1 w 287
ἀφαιροῦνται 1 w 298
βίᾳ 1 w 301
τὰ 2 w 303
ἀλλότρια 1 w 311
ἐγὼ 1 w 315
μὲν 1 w 318
οὐδὲ 3 w 322
ἀκήκοα 1 w 328
πώποτε 1 w 334
πρᾶγμα 1 w 340
μιαρώτερον 1 w 350
2 w 351
1 w 352
οὗτοι 1 w 357
διαπεπραγμένοι 1 w 371
εἰσὶ 1 w 375
περὶ 1 w 379
ἡμᾶς 1 w 383
καὶ 1 w 387
ταῦτα 1 w 392
ὁμολογοῦντες 1 w 404
λαβεῖν 1 w 410
παρʼ 1 w 414
ἡμῶν 1 w 418
τὰ 3 w 420
χρήματα 1 w 427

Dictionary Citations

LSJ

διαπράσσω
II bring about, accomplish, Hdt. 9.94; δ. τινί τι get a thing done for a man, Id. 3.61, cf. A. Eu. 953 (lyr.): c. inf., X. Smp. 5.9: abs., Ar. Eq. 93:— Pass., ἐπʼ ἔργοις διαπεπραγμένοις καλῶς A. Ch. 739:—freq. in Med., Hdt. 1.2, 2.2, Ar. Lys. 518, etc.; διʼ ἑρμηνέων Hdt. 4.24; οὐδὲν καινὸν διαπράττονται D. 35.1: pf. Pass. in med. sense, τὸ αὐτὸ διαπεπραγμένοι εἰσὶν ὥσπερ ἂν εἰ . . Pl. Grg. 479a; πολλοῖς πολλὰ παρὰ τοῦ πάππου ἀγαθὰ διεπέπρακτο X. Cyr. 4.2.10, cf. An. 2.3.25; ὃ οὗτοι διαπεπραγμένοι εἰσί D. 35.26, cf. Din. 1.97, Isoc. 4.137; τοὺς ἀνήκεστα δ. Theodect. ap. Arist. Rh. 1399b4, cf. Men. Per.Fr. 1: also strictly in sense of Med., effect for oneself, gain oneʼs point, Hdt. 9.41; τὸ ἴδιον Antipho 5.61; φιλίαν δ. πρός τινα X. An. 7.3.16; πλοῖα παρά τινος ib. 6.2.17: c. inf., δ. τῶν ἀγγέλων γενέσθαι Pl. R. 360a; δ. ὥστε folld. by inf., Lys. 16.15, Pl. Grg. 478e, by ind., X. An. 4.2.23; δ. μὴ καίειν ib. 3.5.5.
καινός
II newly-invented, novel, καινότεραι τέχναι Batr. 116; κ. προσφέρειν σοφά E. Med. 298; ἔνθα τι κ. ἐλέχθη Philox. 3.23; οὐκ ἀείδω τὰ παλαιά, καινὰ γὰρ ἀμὰ κρείσσω Tim. Fr. 21; κ. θεοί strange gods, Pl. Euthphr. 3b; κ. δαιμόνια Id. Ap. 24c; κ. τινες σοφισταί Id. Euthd. 271b; κ. καὶ ἄτοπα ὀνόματα Id. R. 405d; καινὰ ἐπιμηχανᾶσθαι innovations, X. Cyr. 8.8.16; οὐδὲν -ότερον εἰσέφερε τῶν ἄλλων he introduced as little of anything new as others, Id. Mem. 1.1.3, cf. Pl. Phd. 115b; πεπόνθαμεν -ότατον D. 35.26; τὸ κ. τοῦ πολέμου prob. f.l. for κενόν (v. κενός), Th. 3.30; οὐ καινόν nothing to be surprised at, Hp. Int. 17; τὸ -ότατον what is strangest, parenthetically, Luc. Nigr. 22, al.; εἰ χρὴ -ότατα μᾶλλον ἢ κακουργότατα εἰπεῖν Antipho 2.4.2. Adv., μὴ σὺ -νῶς μοι λάλει in new, strange style, Alex. 144, cf. Pl. Phdr. 267b: Comp. -οτέρως, νοῆσαι περί τινος Arist. Cael. 308b31; without precedent, -νῶς κατακριθῆναι OGI 669.46,49 ( Egypt, i A. D.).
συλάω
1 strip off from another, strip him of his arms (cf. σκυλεύω) , μή μιν Ἀχαιοὶ τεύχεα συλήσωσι Il. 15.428, cf. 16.500; ἔπειτα δὲ καὶ τὰ (sc. ἔναρα) . . νεκροὺς ἂμ πεδίον συλήσετε 6.71; με κασίγνητον συλᾷς E. IT 157 (anap.); τὴν θεὸν τοὺς στεφάνους σεσυλήκασιν D. 24.182:— Pass., c. acc. rei, to be stripped, robbed, deprived of a thing, σκῆπτρα συληθήσεται A. Pr. 761; ταῦτʼ (sc. τὰ τόξα) ἐσυλήθην ἐγώ S. Ph. 413; λέκτρα συλᾶσθαι βίᾳ E. IA 1275; συληθεὶς τὰς βοῦς Isoc. 6.19; σεσυλήμεθα τὰ ἡμέτερα ὑπὸ τούτων D. 35.26.
σύλη
the right of seizing the ship or cargo of a foreign merchant, to cover losses received through him: generally, right of seizure, right of reprisal, prop. of goods (opp. ἀνδροληψία) , σῦλον ἔχειν κατά τινος Arist. Oec. 1347b23; ἐν σύλῳ when engaged in privateering, IG 12(5).24.11 ( Sicinos): but mostly in pl. σῦλαι or σῦλα, διὰ τὰς σύλας D. 51.13; ὅπου ἂν σῦλαι μὴ ὦσιν Ἀθηναίοις where the Athenians have [to fear] no right of seizure, Syngr. ap. D. 35.13; δεδομένων συλῶν Φασηλίταις κατὰ Ἀθηναίων Id. 35.26; [ ὁρῶν] Βοιωτοὺς σῦλα ποιουμένους [seeing] the B. exercising this right, Lys. 30.22 (v.l.); μήνυτρα σύλων ὧν ὁ θεὸς ἐσυλήθη Babr. 2.12.