Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν

πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν (13)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg035.perseus-grc2:13
Refs {'start': {'reference': '13', 'human_reference': 'Section 13'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐὰν δὲ μὴ εἰσβάλωσι, μείναντες ἐπὶ κυνὶ ἡμέρας δέκα ἐν Ἑλλησπόντῳ, ἐξελόμενοι ὅπου ἂν μὴ σῦλαι ὦσιν Ἀθηναίοις, καὶ ἐντεῦθεν καταπλεύσαντες Ἀθήναζε τοὺς τόκους ἀποδόντων τοὺς πέρυσι γραφέντας εἰς τὴν συγγραφήν. ἐὰν δέ τι ναῦς πάθῃ ἀνήκεστον ἐν ἂν πλέῃ τὰ χρήματα, σωτηρία δʼ ἔσται τῶν ὑποκειμένων, τὰ περιγενόμενα κοινὰ ἔστω τοῖς δανείσασιν. κυριώτερον δὲ περὶ τούτων ἄλλο μηδὲν εἶναι τῆς συγγραφῆς.

Μάρτυρες· Φορμίων Πειραιεύς, Κηφισόδοτος Βοιώτιος, Ἡλιόδωρος Πιθεύς.

Tokens

ἐὰν 1 w 3
δὲ 1 w 5
μὴ 1 w 7
εἰσβάλωσι 1 w 16
μείναντες 1 w 26
ἐπὶ 1 w 29
κυνὶ 1 w 33
ἡμέρας 1 w 39
δέκα 1 w 43
ἐν 1 w 45
Ἑλλησπόντῳ 1 w 55
ἐξελόμενοι 1 w 66
ὅπου 1 w 70
ἂν 1 w 72
μὴ 2 w 74
σῦλαι 1 w 79
ὦσιν 1 w 83
Ἀθηναίοις 1 w 92
καὶ 1 w 96
ἐντεῦθεν 1 w 104
καταπλεύσαντες 1 w 118
Ἀθήναζε 1 w 125
τοὺς 1 w 129
τόκους 1 w 135
ἀποδόντων 1 w 144
τοὺς 2 w 148
πέρυσι 1 w 154
γραφέντας 1 w 163
εἰς 1 w 166
τὴν 1 w 169
συγγραφήν 1 w 178
ἐὰν 2 w 182
δέ 2 w 184
τι 1 w 186
2 w 187
ναῦς 1 w 191
πάθῃ 1 w 195
ἀνήκεστον 1 w 204
ἐν 3 w 206
1 w 207
ἂν 2 w 209
πλέῃ 1 w 213
τὰ 1 w 215
χρήματα 1 w 222
σωτηρία 1 w 230
δʼ 1 w 232
ἔσται 1 w 237
τῶν 1 w 240
ὑποκειμένων 1 w 251
τὰ 2 w 254
περιγενόμενα 1 w 266
κοινὰ 1 w 271
ἔστω 1 w 275
τοῖς 1 w 279
δανείσασιν 1 w 289
κυριώτερον 1 w 300
δὲ 2 w 302
περὶ 1 w 306
τούτων 1 w 312
ἄλλο 1 w 316
μηδὲν 1 w 321
εἶναι 1 w 326
τῆς 1 w 329
συγγραφῆς 1 w 338
Μάρτυρες 1 w 347
Φορμίων 1 w 355
Πειραιεύς 1 w 364
Κηφισόδοτος 1 w 376
Βοιώτιος 1 w 384
Ἡλιόδωρος 1 w 394
Πιθεύς 1 w 400

Dictionary Citations

LSJ

εἰσβάλλω
3 make entrance (sc. εἰς Πόντον), Syngr. ap. D. 35.13.
ἐξαιρέω
2 Med., take out for oneself, φαρέτρης ἐξείλετο πικρὸν ὀϊστόν from his quiver, Il. 8.323; ἐξελέσθαι τὰ μεγάλα ἱστία their large sails, X. HG 1.1.13; ἐ. τὰ φορτία discharge their cargoes, Hdt. 4.196; τὰ ἀγώγιμα X. An. 5.1.16; τὸν σῖτον ἐς [τὴν στοὰν] ἐξαιρεῖσθαι Th. 8.90: abs., Syngr. ap. D. 35.13, etc.:— Pass., to be discharged, of a cargo, Hdt. 3.6, D. 34.8.
κύων
V dog-star, i.e. the hound of Orion, Il. 22.29; in full, σειρίου κυνὸς δίκην S. Fr. 803, cf. A. Ag. 967; κυνὸς ψυχρὰν δύσιν S. Fr. 432.11; πρὸ τοῦ κυνός Eup. 147; μετὰ κυνὸς ἐπιτολήν, περὶ κ. ἐ., Arist. Mete. 361b35, HA 602a26; ἐπὶ κυνί ib. 600a4, Syngr. ap. D. 35.13; ὑπὸ κύνα Arist. HA 547a14, D.S. 19.109; περὶ κύνα Thphr. CP 3.3.3; μετὰ κύνα Id. HP 1.9.5; also of the whole constellation, Arat. 327, Gal. 17(1).17.
πάσχω
2 Adv., with reference to evil, used for κακῶς or κακὰ π. , μάλα πόλλʼ ἔπαθον καὶ πόλλʼ ἐμόγησα Od. 5.223, cf. Il. 23.607 ; εἴ κεν μάλα πολλὰ πάθοι 22.220 ; ὁτιοῦν π. suffer anything whatever, Isoc. 12.133, etc. : abs. , παθὼν δέ τε νήπιος ἔγνω by hard experience, Hes. Op. 218, cf. S. OT 403 ; ὁ παθών the injured party, Pl. Lg. 730a, 878c :—Phrases : μή τι πάθῃς or πάθοι, lest thou, lest he suffer any ill, Od. 17.596, Il. 5.567, cf. 11.470, etc. ; μή τι πάθωμεν 13.52 : hence εἴ τι πάθοιμι or ἤν τι πάθω, as euphemism, if aught were to happen to me, i.e. if I were to die, Callin. 1.17, Hdt. 8.102, Ar. Ec. 1105, V. 385, Lys. 19.51, Theoc. 8.10 ; ἂν οὗτός τι πάθῃ D. 4.11 ; ἐάν τινα ἀνθρώπινα πάσχῃ IG 3.74.13 ; so εἴ τι πείσεται . . ἅδε γᾶ E. Ph. 244 (lyr.) ; ἤν τι ναῦς πάθῃ Id. IT 755, cf. Syngr. ap. D. 35.13.
σύλη
the right of seizing the ship or cargo of a foreign merchant, to cover losses received through him: generally, right of seizure, right of reprisal, prop. of goods (opp. ἀνδροληψία) , σῦλον ἔχειν κατά τινος Arist. Oec. 1347b23; ἐν σύλῳ when engaged in privateering, IG 12(5).24.11 ( Sicinos): but mostly in pl. σῦλαι or σῦλα, διὰ τὰς σύλας D. 51.13; ὅπου ἂν σῦλαι μὴ ὦσιν Ἀθηναίοις where the Athenians have [to fear] no right of seizure, Syngr. ap. D. 35.13; δεδομένων συλῶν Φασηλίταις κατὰ Ἀθηναίων Id. 35.26; [ ὁρῶν] Βοιωτοὺς σῦλα ποιουμένους [seeing] the B. exercising this right, Lys. 30.22 (v.l.); μήνυτρα σύλων ὧν ὁ θεὸς ἐσυλήθη Babr. 2.12.
σωτηρία
2 security, guarantee for safety, σ. ἔστω τῶν ὑποκειμένων guarantee for the safe keeping of . . , Syngr. ap. D. 35.13; σωτηρίας ἕνεκα τοῖς πολλοῖς τῶν σωμάτων for their safe custody, Pl. Lg. 908a; ἐπὶ τῇ τῆς ψυχῆς σωτηρίᾳ ib. 909a; σωτηρίαι τῆς πολιτείας ways of preserving it, Arist. Pol. 1301a23, cf. 1289b24, Pl. Prt. 354b.