Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος β΄

κατὰ Ἀριστογείτονος β΄ (19)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg026.perseus-grc2:19
Refs {'start': {'reference': '19', 'human_reference': 'Section 19'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλʼ ἴσως ὅτι πρὸς ἅπαντας ἀεὶ προαιρεῖται λοιδορεῖσθαι καὶ διαβοᾶσθαι καὶ μέμφεσθαι τὰ λεγόμενα, διὰ ταῦτα περιποιῆσαι νῦν αὐτὸν ἁρμόττει. ἀλλὰ ταῦτά γε νὴ τὴν Ἀθηνᾶν ὄνειδός ἐστιν, ἄνδρες δικασταί, τῇ πόλει γιγνόμενʼ ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ διὰ τὰς τούτων ἀπονοίας ἐπονείδιστον ἤδη τὸ πολιτεύεσθαι παρὰ τοῖς ἐπιεικέσιν ὑμῶν ἐστιν. εἰ δʼ οὖν τινι τοῦθʼ ὑμῶν ἐν ἡδονῇ συμβέβηκεν, οὐκ ἀπορήσετε τῶν τοιαῦτα ποιησόντων, ἐπεὶ καὶ νῦν μεστὸν τὸ βῆμʼ ἐστίν. οὐ γὰρ ἐπιτιμᾶν τοῖς συμβεβουλευμένοις χαλεπόν, ἀλλὰ συμβουλεῦσαι καὶ πεῖσαί τι τῶν δεόντων ὑμᾶς ψηφίσασθαι.

Tokens

ἀλλʼ 1 w 4
ἴσως 1 w 8
ὅτι 1 w 11
πρὸς 1 w 15
ἅπαντας 1 w 22
ἀεὶ 1 w 25
προαιρεῖται 1 w 36
λοιδορεῖσθαι 1 w 48
καὶ 1 w 51
διαβοᾶσθαι 1 w 61
καὶ 2 w 64
μέμφεσθαι 1 w 73
τὰ 1 w 75
λεγόμενα 1 w 83
διὰ 1 w 87
ταῦτα 1 w 92
περιποιῆσαι 1 w 103
νῦν 1 w 106
αὐτὸν 1 w 111
ἁρμόττει 1 w 119
ἀλλὰ 1 w 124
ταῦτά 1 w 129
γε 1 w 131
νὴ 1 w 133
τὴν 1 w 136
Ἀθηνᾶν 1 w 142
ὄνειδός 1 w 149
ἐστιν 1 w 154
ἄνδρες 1 w 161
δικασταί 1 w 169
τῇ 1 w 172
πόλει 1 w 177
γιγνόμενʼ 1 w 186
ἐπὶ 1 w 189
τοῦ 1 w 192
βήματος 1 w 199
καὶ 3 w 203
διὰ 2 w 206
τὰς 1 w 209
τούτων 1 w 215
ἀπονοίας 1 w 223
ἐπονείδιστον 1 w 235
ἤδη 1 w 238
τὸ 2 w 240
πολιτεύεσθαι 1 w 252
παρὰ 1 w 256
τοῖς 1 w 260
ἐπιεικέσιν 1 w 270
ὑμῶν 1 w 274
ἐστιν 2 w 279
εἰ 1 w 282
δʼ 1 w 284
οὖν 1 w 287
τινι 1 w 291
τοῦθʼ 1 w 296
ὑμῶν 2 w 300
ἐν 1 w 302
ἡδονῇ 1 w 307
συμβέβηκεν 1 w 317
οὐκ 1 w 321
ἀπορήσετε 1 w 330
τῶν 1 w 333
τοιαῦτα 1 w 340
ποιησόντων 1 w 350
ἐπεὶ 1 w 355
καὶ 4 w 358
νῦν 2 w 361
μεστὸν 1 w 367
τὸ 4 w 369
βῆμʼ 1 w 373
ἐστίν 1 w 378
οὐ 2 w 381
γὰρ 1 w 384
ἐπιτιμᾶν 1 w 392
τοῖς 2 w 396
συμβεβουλευμένοις 1 w 413
χαλεπόν 1 w 420
ἀλλὰ 2 w 425
συμβουλεῦσαι 1 w 437
καὶ 5 w 440
πεῖσαί 1 w 446
τι 6 w 448
τῶν 2 w 451
δεόντων 1 w 458
ὑμᾶς 1 w 462
ψηφίσασθαι 1 w 472

Dictionary Citations

LSJ

διαβοάω
III Med., contend in shouting, D. 26.19.
ἐπονείδιστος
to be reproached, disgraceful, shameful, E. IT 689 ; ἐ. εἰρήνη Isoc. 12.106 ( Comp.), cf. D. 19.336 ; ἀμαθία Pl. Ap. 29b, etc. ; τινι to one, X. Smp. 8.34 ; ἐπονείδιστόν ἐστι παρά τισι is matter of reproach, D. 26.19 ; ὄνομα τοὐπονείδιστον βροτοῖς the name of reproach among men, E. Fr. 922 : Comp., Arist. EN 1119a25 : Sup., X. Smp. 8.19. Adv. -τως shamefully, Pl. Lg. 633e, Isoc. 4.60 ; also in act. sense, so as to shame, ψέγειν Plb. 1.14.5.