Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος β΄

κατὰ Ἀριστογείτονος β΄ (17)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg026.perseus-grc2:17
Refs {'start': {'reference': '17', 'human_reference': 'Section 17'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τίνα γὰρ παραγαγὼν εἰς τὸ δικαστήριον, ὧν ᾐτιᾶτο, τούτων καὶ ᾕρηκεν καὶ εἷλεν; ποῖον πόρον ὑμῖν πεπόρικεν; τί ψήφισμα γέγραφεν πεισθέντες ὑμεῖς οὐ πάλιν μετανοῆσαι προείλεσθε; καὶ γὰρ ταῦτα· οὕτω σκαιός ἐστι καὶ βάρβαρος τὸν τρόπον ὥστε, ὅταν ὑμᾶς ἴδῃ πρός τινας ὀργισθέντας τι καὶ μᾶλλον τοῦ δέοντος παροξυνθέντας, τηνικαῦτα παρὰ τὴν ὀργὴν ὑμῶν τὰ βουλήματα λαβὼν τοῖς καιροῖς ἐναντιοῦται.

Tokens

τίνα 1 w 4
γὰρ 1 w 7
παραγαγὼν 1 w 16
εἰς 1 w 19
τὸ 1 w 21
δικαστήριον 1 w 32
ὧν 1 w 35
ᾐτιᾶτο 1 w 41
τούτων 1 w 48
καὶ 1 w 51
ᾕρηκεν 1 w 57
καὶ 2 w 60
εἷλεν 1 w 65
1 w 67
ποῖον 1 w 72
πόρον 1 w 77
ὑμῖν 1 w 81
πεπόρικεν 1 w 90
2 w 92
τί 2 w 94
ψήφισμα 1 w 101
γέγραφεν 1 w 109
1 w 110
πεισθέντες 1 w 120
ὑμεῖς 1 w 125
οὐ 1 w 127
πάλιν 1 w 132
μετανοῆσαι 1 w 142
προείλεσθε 1 w 152
καὶ 3 w 156
γὰρ 2 w 159
ταῦτα 1 w 164
οὕτω 1 w 169
σκαιός 1 w 175
ἐστι 1 w 179
καὶ 4 w 182
βάρβαρος 1 w 190
τὸν 1 w 193
τρόπον 1 w 199
ὥστε 1 w 203
ὅταν 1 w 208
ὑμᾶς 1 w 212
ἴδῃ 1 w 215
πρός 1 w 219
τινας 1 w 224
ὀργισθέντας 1 w 235
τι 4 w 237
καὶ 5 w 240
μᾶλλον 1 w 246
τοῦ 1 w 249
δέοντος 1 w 256
παροξυνθέντας 1 w 269
τηνικαῦτα 1 w 279
παρὰ 1 w 283
τὴν 1 w 286
ὀργὴν 1 w 291
ὑμῶν 1 w 295
τὰ 1 w 297
βουλήματα 1 w 306
λαβὼν 1 w 311
τοῖς 1 w 315
καιροῖς 1 w 322
ἐναντιοῦται 1 w 333

Dictionary Citations

LSJ

βάρβαρος
II brutal, rude, ἀμαθὴς καὶ β. Ar. Nu. 492; τὸ τῆς φύσεως β. καὶ θεοῖς ἐχθρόν D. 21.150; σκαιὸς καὶ β. τὸν τρόπον Id. 26.17; β. ἀνηλεής τε Men. Epit. 477: Comp. -ώτερος X.Eph. 2.4: Sup., πάντων βαρβαρώτατος θεῶν Ar. Av. 1573, cf. Th. 8.98, X. An. 5.4.34.
παράγω
III bring and set beside others, bring forward, introduce, ἐς μέσον Hdt. 3.129; εἰς τὸ μέσον Pl. Lg. 713b; εἰς ὑμᾶς Antipho 4.1.5; π. εἰς τὸν δῆμον bring before the people, Lys. 13.32, cf. Th. 5.45; εἰς τὸ δικαστήριον before the court, D. 26.17; παραχθῆναι τὴν γραφήν Antipho 2.3.6; also, bring forward as a witness, etc., τὸν ἥκοντα παρήγαγον D. 18.170:— Med., μάρτυρα παραγόμενος Pl. Lg. 836c.
παροργίζω
II Pass., to be or be made angry, Thphr. HP 9.16.6, prob. in Str. 7.2.1 ; τι πρός τινας v.l. in D. 26.17.
σκαιός
III left-handed, awkward, clumsy, stupid, -ότατος καὶ ἀδικώτατος Hdt. 1.129; σ. ἰητροί Hp. Art. 42; σκαιοῖσι πολλοῖς εἷς σοφὸς διόλλυται S. Fr. 921, cf. 771; ὅπου δʼ Ἀπόλλων σ. ᾖ, τίνες σοφοί; E. El. 972, cf. Heracl. 258, HF 283; ὦ σκαιὲ κἀπαίδευτε Ar. V. 1183, cf. 1266; ἐπιλης μότατον καὶ -ότατον γερόντιον Id. Nu. 790; οὕτω σ. ὥστε μαθεῖν οὐ δύνασθαι Lys. 10.15, cf. Pl. Euthd. 295d; σ. καὶ βάρβαρος τὸν τρόπον D. 26.17; σ. καὶ ἀναίσθητος Id. 18.120; σ. ἢ ἀνήκοος Id. 19.312. Adv., σκαιῶς λέγειν Ar. Ec. 644, cf. Pl. 60: Comp., Phld. Acad.Ind. p.7 M.