Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (93)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:93
Refs {'start': {'reference': '93', 'human_reference': 'Section 93'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ γάρ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῶν μὲν ἄλλων ἀνθρώπων ἄν τις ἴδοι τοὺς μὲν βελτίστους καὶ μετριωτάτους αὐτῇ τῇ φύσει πάντα ποιοῦντας ἑκόντας δεῖ, τοὺς δὲ χείρους μὲν τούτων, ἔξω δὲ τοῦ πονηροὺς ἄγαν κληθῆναι, τῷ φόβῳ τῷ πρὸς ὑμᾶς καὶ τῷ τοῖς αἰσχροῖς καὶ λόγοις καὶ ὀνείδεσιν ἀλγεῖν εὐλαβουμένους ἐξαμαρτάνειν· τοὺς δὲ πονηροτάτους καὶ ἐξαγίστους ὀνομαζομένους τάς γε συμφορὰς σωφρονίζειν λέγουσιν.

Tokens

καὶ 1 w 3
γάρ 1 w 6
1 w 8
ἄνδρες 1 w 14
Ἀθηναῖοι 1 w 22
τῶν 1 w 26
μὲν 1 w 29
ἄλλων 1 w 34
ἀνθρώπων 1 w 42
ἄν 2 w 44
τις 1 w 47
ἴδοι 1 w 51
τοὺς 1 w 55
μὲν 2 w 58
βελτίστους 1 w 68
καὶ 2 w 71
μετριωτάτους 1 w 83
αὐτῇ 1 w 87
τῇ 2 w 89
φύσει 1 w 94
πάντα 1 w 99
ποιοῦντας 1 w 108
ἑκόντας 1 w 115
1 w 116
δεῖ 1 w 119
τοὺς 2 w 124
δὲ 1 w 126
χείρους 1 w 133
μὲν 3 w 136
τούτων 1 w 142
ἔξω 1 w 146
δὲ 2 w 148
τοῦ 1 w 151
πονηροὺς 1 w 159
ἄγαν 1 w 163
κληθῆναι 1 w 171
τῷ 1 w 174
φόβῳ 1 w 178
τῷ 2 w 180
πρὸς 1 w 184
ὑμᾶς 1 w 188
καὶ 3 w 191
τῷ 3 w 193
τοῖς 1 w 197
αἰσχροῖς 1 w 205
καὶ 4 w 208
λόγοις 1 w 214
καὶ 5 w 217
ὀνείδεσιν 1 w 226
ἀλγεῖν 1 w 232
εὐλαβουμένους 1 w 245
ἐξαμαρτάνειν 1 w 257
τοὺς 3 w 262
δὲ 3 w 264
πονηροτάτους 1 w 276
καὶ 6 w 279
ἐξαγίστους 1 w 289
ὀνομαζομένους 1 w 302
τάς 1 w 305
γε 2 w 307
συμφορὰς 1 w 315
σωφρονίζειν 1 w 326
λέγουσιν 1 w 334

Dictionary Citations

LSJ

ἐξάγιστος
devoted to evil, accursed, abominable, usu. of persons, D. 25.93, D.H. 6.89, Ph. 1.265, etc.; of things, λιμήν Aeschin. 3.113; βουλεύματα Jul. Or. 2.99b.
πρός
b ἡ π. τινὰ εὔνοια ( ἔχθρα, etc.), π. sts. means towards, as ἡ π. αὑτοὺς φιλία the affection of their wives towards or for them, X. Cyr. 3.1.39; ἡ π. ὑμᾶς ἔχθρα Id. HG 3.5.10; ἡ ἀπέχθεια ἡ π. τοὺς πλουσίους Arist. Pol. 1305a23; τὴν π. τοὺς τετελευτηκότας εὔνοιαν ὑπάρχουσαν D. 18.314, cf. SIG 352.13 ( Ephesus, iv/iii B. C.), al.; φυσικαὶ τοκέων στοργαὶ π. τέκνα ποθεινά IG 12(5).305.13 ( Paros): but sts. at the hands of, ἡ π. τὸ θεῖον εὐμένεια the favour of the gods, Th. 5.105; φθόνος τοῖς ζῶσι π. τὸ ἀντίπαλον jealousy is incurred by the living at the hands of their rivals, Id. 2.45; τὴν ἀπέχθειαν τὴν π. Θηβαίους . . τῇ πόλει γενέσθαι the hostility incurred by Athens at the hands of the Thebans, D. 18.36, cf. 6.3, 19.85; τῇ φιλίᾳ τῇ π. τὸν τετελευτηκότα the friendship with (not ‘affection for’) the deceased, Is. 1.17, cf. Pl. Ap. 21c, 28a, Isoc. 15.101, 19.50, Lycurg. 135, Din. 1.19, etc.; τίνος ὄντος ἐμοὶ π. ὑμᾶς ἐγκλήματος; Lys. 10.23, cf. 16.10; τιμώμενος . . διὰ τὴν π. ὑμᾶς πίστιν Din. 3.12, cf. Lys. 12.67, D. 20.25; τῷ φόβῳ τῷ π. ὑμᾶς the fear inspired by you, Id. 25.93; τῇ π. Ῥωμαίους εὐνοία his popularity with the Romans, Plb. 23.7.5.
σωφρονίζω
recall a person to his senses, chasten, E. Fr. 209, Pl. Grg. 478d, X. Cyr. 8.6.16, etc.; ἡ τοιαύτη ἧττα σωφρονίζειν ἱκανή ib. 3.1.20; τοὺς πονηροτάτους αἱ συμφοραὶ σ. D. 25.93: folld. by inf., ἵνα σωφρονίζωσιν τὰς νέας φιλάνδρους εἶναι κτλ. Ep.Tit. 2.4:— Pass., to be chastened, learn self-control, Th. 6.78, X. Cyr. 3.1.19, etc.
φόβος
a fear or dread of . . , A. Pers. 116 (lyr.), Th. 3.54, etc.; φ. τοῦ στρατεῦσαι X. An. 3.1.18: c. dupl.gen., ὀμμάτων εἰληφότας φόβον . . τῆς ἐμῆς ἐπεισόδου S. OC 730: with Preps., φ. ἀπό τινος X. An. 7.2.37 codd.; ὁ ἀπὸ τῶν πολεμίων φ. Id. Cyr. 3.3.53; οὑξ ὀνειράτων φ. A. Ch. 929; πρός τινος S. El. 783; πρός τινας D. 16.10, 25.93; φ. περὶ τοῦ καρποῦ fear for or concerning . . , Th. 4.88; φ. ἑκάστων πέρι Pl. Phlb. 20b; ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος Th. 7.41; τὸν ἐκ τῶν Ἑλλήνων εἰς τοὺς βαρβάρους φ. X. An. 1.2.18; τῷ καθʼ ἑαυτὸν φ. from personal fear, D. 19.2: c. inf., φόβῳ εἰσορᾶν from fear to see, E. IT 1342:—for τεθνάναι τῷ φόβῳ τινά, v. θνῄσκω I.2.