Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (90)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:90
Refs {'start': {'reference': '90', 'human_reference': 'Section 90'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ταῦτα τοίνυν Ἀριστογείτων τὰ καλῶς οὕτω πεπηγότα τῇ φύσει καὶ τοῖς ἤθεσι τοῖς ὑμετέροις κινεῖν καὶ ἀναιρεῖ καὶ μεταρρίπτει, καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἠτυχηκότων ἕκαστος ἀψοφητεὶ ποιεῖ, ταῦθʼ οὗτος μόνον οὐ κώδωνας ἐξαψάμενος διαπράττεται. οὐ πρυτάνεις, οὐ κῆρυξ, οὐκ ἐπιστάτης, οὐχ προεδρεύουσα φυλὴ τούτου κρατεῖν δύναται.

Tokens

ταῦτα 1 w 5
τοίνυν 1 w 11
Ἀριστογείτων 1 w 23
τὰ 1 w 25
καλῶς 1 w 30
οὕτω 1 w 34
πεπηγότα 1 w 42
τῇ 1 w 44
φύσει 1 w 49
καὶ 1 w 52
τοῖς 1 w 56
ἤθεσι 1 w 61
τοῖς 2 w 65
ὑμετέροις 1 w 74
κινεῖν 1 w 80
καὶ 2 w 83
ἀναιρεῖ 1 w 90
καὶ 3 w 93
μεταρρίπτει 1 w 104
καὶ 4 w 108
1 w 109
τῶν 1 w 112
ἄλλων 1 w 117
τῶν 2 w 120
ἠτυχηκότων 1 w 130
ἕκαστος 1 w 137
ἀψοφητεὶ 1 w 145
ποιεῖ 1 w 150
ταῦθʼ 1 w 156
οὗτος 1 w 161
μόνον 1 w 166
οὐ 1 w 168
κώδωνας 1 w 175
ἐξαψάμενος 1 w 185
διαπράττεται 1 w 197
οὐ 2 w 200
πρυτάνεις 1 w 209
οὐ 3 w 212
κῆρυξ 1 w 217
οὐκ 1 w 221
ἐπιστάτης 1 w 230
οὐχ 1 w 234
1 w 235
προεδρεύουσα 1 w 247
φυλὴ 1 w 251
τούτου 1 w 257
κρατεῖν 1 w 264
δύναται 1 w 271

Dictionary Citations

LSJ

ἀψοφητί
Adv. of sq., Pl. Tht. 144b, D. 25.90, Arist. HA 533b32, Men. 298, Ph. 1.643; λέξις ὥσπερ ἔλαιον ἀ. ῥέουσα D.H. Dem. 20.
ἐξάπτω
2 hang a thing to oneself, carry it suspended about one, wear, κώδωνας D. 25.90; πέπλους χροός E. Hel. 1186; σφραγίδια Ar. Th. 428; also ἐ. ναῦς fasten them to oneʼs own ship, take in tow, D.S. 14.74; ἐ. τοὺς ἐραστάς have them hanging about one, Philostr. VA 8.7.6, cf. Luc. Am. 11.
κώδων
2 crierʼs bell, hence ταῦθʼ οὗτος μόνον οὐ κώδωνας ἐξαψάμενος διαπράττεται ‘is his own trumpeter’, D. 25.90: metaph., ἡ κ. ἀκαλανθίς ( ὅτι λάλον τὸ ζῷον Sch.) Ar. Pax 1078 (perh. κύων is the true reading, v. App. Prov. 1.12); cf. κρόταλον.
μεταρρίπτω
2 turn upside down, πάντα μεταρρίπτει θεός Simon. 62 ( = Com.Adesp. 383); τὰ καλῶς πεπηγότα μ. D. 25.90.
πήγνυμι
IV fix, ὅρους τοῖς βαρβάροις Lycurg. 73, cf. Aristopho 9.7 : Astrol., fix, determine a nativity, Sch. Ptol. Tetr. 103 :— Med., ὄφρα ἐν φρασὶ πάξαιθʼ, ὅπως . . that he might keep it fixed in his heart, Pi. N. 3.62 ; establish, χορούς Him. Or. 16.6 :— Pass. and intr. pf., to be irrevocably fixed, established, εἷς ὅρος ἡμῖν παγήσεται Th. 4.92 ; πῆγμα (Aurat. for πῆμα) γενναίως παγέν A. Ag. 1198; κακῶς παγέντας ὅρκους E. IA 395 ; ὀρθὰς παγείσας φρένας Carc. 6.2 ; μὴ γὰρ ὡς θεῷ νομίζετʼ ἐκείνῳ τὰ παρόντα πεπηγέναι πράγματα ἀθάνατα D. 4.8 ; τὰ καλῶς πεπηγότα τῇ φύσει Id. 25.90. (Cf. Lat. pango.)