Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (89)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:89
Refs {'start': {'reference': '89', 'human_reference': 'Section 89'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τὸν αὐτὸν τοίνυν τρόπον ὑμεῖς, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν πόλιν οἰκεῖτε συγγενικῶς καὶ φιλανθρώπως, οἱ μὲν οὕτως ὁρῶντες τὰ τῶν ἠτυχηκότων ἔργα ὥστε, τὸ τῆς παροιμίας, ὁρῶντας μὴ ὁρᾶν καὶ ἀκούοντας μὴ ἀκούειν, οἱ δʼ οὕτω ποιοῦντες πράττουσιν ὥστʼ εἶναι φανεροὶ καὶ φυλαττόμενοι καὶ αἰσχυνόμενοι. ἐκ δὲ τούτων κοινὴ καὶ πάντων τῶν ἀγαθῶν αἰτία τῇ πόλει μένει καὶ συνέστηκεν ὁμόνοια.

Tokens

τὸν 1 w 3
αὐτὸν 1 w 8
τοίνυν 1 w 14
τρόπον 1 w 20
ὑμεῖς 1 w 25
1 w 27
ἄνδρες 1 w 33
Ἀθηναῖοι 1 w 41
τὴν 1 w 45
πόλιν 1 w 50
οἰκεῖτε 1 w 57
συγγενικῶς 1 w 67
καὶ 1 w 70
φιλανθρώπως 1 w 81
οἱ 1 w 84
μὲν 1 w 87
οὕτως 1 w 92
ὁρῶντες 1 w 99
τὰ 1 w 101
τῶν 1 w 104
ἠτυχηκότων 1 w 114
ἔργα 1 w 118
ὥστε 1 w 122
τὸ 3 w 125
τῆς 1 w 128
παροιμίας 1 w 137
ὁρῶντας 1 w 145
μὴ 1 w 147
ὁρᾶν 1 w 151
καὶ 2 w 154
ἀκούοντας 1 w 163
μὴ 2 w 165
ἀκούειν 1 w 172
οἱ 2 w 175
δʼ 1 w 177
οὕτω 2 w 181
ποιοῦντες 1 w 190
1 w 191
πράττουσιν 1 w 201
ὥστʼ 1 w 205
εἶναι 1 w 210
φανεροὶ 1 w 217
καὶ 3 w 220
φυλαττόμενοι 1 w 232
καὶ 4 w 235
αἰσχυνόμενοι 1 w 247
ἐκ 1 w 250
δὲ 1 w 252
τούτων 1 w 258
1 w 259
κοινὴ 1 w 264
καὶ 5 w 267
πάντων 1 w 273
τῶν 2 w 276
ἀγαθῶν 1 w 282
αἰτία 1 w 287
τῇ 1 w 289
πόλει 1 w 294
μένει 1 w 299
καὶ 6 w 302
συνέστηκεν 1 w 312
ὁμόνοια 1 w 319

Dictionary Citations

LSJ

ὁράω
II see an object, behold, perceive, observe, c. acc., freq. in Hom., etc.: pf. ὄπωπα exclusively in this sense, Il. 2.799, Od. 21.94, etc. ; ὀφθαλμοῖσιν or ἐν ὀφθαλμοῖσιν ὁρᾶν to see with or before the eyes, Il. 24.392, Od. 8.459, etc. ; αἰεὶ τέρμʼ ὁρόων always keeping it in sight, keeping his eye on it, Il. 23.323 ; φίλως χʼ ὁρόῳτε καὶ εἰ δέκα πύργοι Ἀχαιῶν . . μαχοίατο, i.e. δέκα πύργους, εἰ μαχοίατο, 4.347 ; ὁ. τινά look to (for aid), D. 45.64 : in signfs. I and II combined, οὐχ ὁρᾷς ὁρῶν τάδε; A. Ag. 1623, cf. D. 25.89.
συγγενικός
II of or for kinsmen, σ. φιλία between kinsfolk, opp. ἑταιρική, Arist. EN 1161b12; σ. ἱερωσύναι D.H. 2.21; σ. ἀρχιερατικοὶ στέφανοι OGI 470.20 ( Odemish, i A.D.); τὰ ἀρχῆθεν ὑπάρχοντα ταῖς πόλεσιν πρὸς ἀλλήλας σ. δίκαια IG 12(9).4.7 (Carystus, ca. i B.C.); κατὰ τὸ σ. Sammelb. 4638.6 (ii B.C.); συγγενικῆς θεᾶς Ἴσιδος Bull.Soc.Alex. 5.273 (ii A.D.). Adv. -κῶς like kinsfolk, D. 25.89, Polyaen. 5.2.8.