Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (84)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:84
Refs {'start': {'reference': '84', 'human_reference': 'Section 84'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλʼ γε τούτου πικρία καὶ μιαιφονία καὶ ὠμότης παρῆν καὶ ἐξητάζετο. οὐχὶ παιδία, οὐχὶ μητέρας τῶν κρινομένων ἐνίων γραῦς παρεστώσας ὁρῶν οὗτος ἠλέει. εἶτα σοὶ συγγνώμη; πόθεν παρὰ τοῦ; τοῖς σοῖς παιδίοις ἔλεος; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. σὺ τὸν εἰς ταῦτʼ ἔλεον προδέδωκας, Ἀριστογεῖτον, μᾶλλον δʼ ἀνῄρηκας ὅλως. μὴ δὴ πρὸς οὓς αὐτὸς ἔχωσας λιμένας καὶ προβόλων ἐνέπλησας, πρὸς τούτους προσορμίζου· οὐ γὰρ δίκαιον.

Tokens

ἀλλʼ 1 w 4
1 w 5
γε 1 w 7
τούτου 1 w 13
πικρία 1 w 19
καὶ 1 w 22
μιαιφονία 1 w 31
καὶ 2 w 34
ὠμότης 1 w 40
παρῆν 1 w 45
καὶ 3 w 48
ἐξητάζετο 1 w 57
οὐχὶ 1 w 62
παιδία 1 w 68
οὐχὶ 2 w 73
μητέρας 1 w 80
τῶν 1 w 83
κρινομένων 1 w 93
ἐνίων 1 w 98
γραῦς 1 w 103
παρεστώσας 1 w 113
ὁρῶν 1 w 117
οὗτος 1 w 122
ἠλέει 1 w 127
εἶτα 1 w 132
σοὶ 1 w 135
συγγνώμη 1 w 143
πόθεν 1 w 149
1 w 150
παρὰ 1 w 154
τοῦ 1 w 157
2 w 159
τοῖς 1 w 163
σοῖς 1 w 167
παιδίοις 1 w 175
ἔλεος 1 w 180
πολλοῦ 1 w 187
γε 2 w 189
καὶ 4 w 192
δεῖ 1 w 195
σὺ 1 w 198
τὸν 1 w 201
εἰς 1 w 204
ταῦτʼ 1 w 209
ἔλεον 1 w 214
προδέδωκας 1 w 224
Ἀριστογεῖτον 1 w 237
μᾶλλον 1 w 244
δʼ 1 w 246
ἀνῄρηκας 1 w 254
ὅλως 1 w 258
μὴ 1 w 261
δὴ 1 w 263
πρὸς 1 w 267
οὓς 1 w 270
αὐτὸς 1 w 275
ἔχωσας 1 w 281
λιμένας 1 w 288
καὶ 5 w 291
προβόλων 1 w 299
ἐνέπλησας 1 w 308
πρὸς 2 w 313
τούτους 1 w 320
προσορμίζου 1 w 331
οὐ 3 w 334
γὰρ 1 w 337
δίκαιον 1 w 344

Dictionary Citations

LSJ

μιαιφονία
bloodthirstiness, D. 25.84, D.S. 17.5, Plu. Art. 30; murder, Id. Es. carn. 1 2.994a: pl., τυραννικαὶ μ. Cohib. ib. 457b.
πικρία
2 τὴν ἀπὸ τῆς ψυχῆς π. D. 21.204, cf. 25.84, Ep. 3.33, Arist. VV 1251a4, Phld. Ir. p.56W.; ἡ ἐπὶ τοῖς γεγονόσι π. Plb. 15.4.11 ; πρὸς τὸν δῆμον Plu. Cor. 15 ; ἡ ἐν τοῖς λόγοις π. D.S. 16.88 ; λόγος π. ἔχων μεμιγμένην χάριτι Plu. Lyc. 19.
πρόβολος
I jutting rock, foreland, ἐπὶ προβόλῳ Od. 12.251: metaph., boulder in the path, obstacle, προβόλοις προσπταίειν interpol. in D. 8.61; λιμένας προβόλων ἐνέπλησας Id. 25.84 (metaph.; also literally, of stones sunk in a harbour, Arr. An. 2.21.7); τὸν λογισμὸν ὡς π. ἐμποδὼν τῇ γλώττῃ κείμενον Plu. Garr. 2.510a.
προσορμίζω
bring a ship to anchor at or near, Κνίδῳ προσορμίσαι (sc. τὴν ναῦν) Luc. Am. 11, cf. PTeb. 802.11 (ii B.C.); π. τοῖς αἰγιαλοῖς Iamb. VP 3.14; πρὸς τὴν Σιφνίων χώραν IG 12(5).653.12 (Syros, perh. i B.C.):—in early writers only Med., come to anchor near a place, ἔα τὰς νέας πρὸς τὴν Δῆλον προσορμίζεσθαι Hdt. 6.97; πρὸς τουτους (sc. λιμένας) μὴ προσορμίζου D. 25.84; ποῖ οὖν προσορμιούμεθα; Id. 4.44; προσορμισάμενος τῇ Σαμοθρᾴκῃ Plu. Aem. 26:—later in Pass., προσορμισθεὶς τῷ αἰγιαλῷ Arr. An. 6.20.4, cf. Plu. Exil. 2.601f; τῇ Νάξῳ προσωρμίσθη Ael. VH 8.5, cf. Ev.Marc. 6.53: metaph., π. τοῖς μύθοις Philostr. Her. 11; εὐγένειαι π. τοῖς φαυλοτάτοις Ph. 2.38 (nisi leg. προσοριζ-).
χόω
2 block up by throwing earth in, λιμένας D. 25.84, cf. Aeschin. 3.109 (s. v.l.); χ. φορμοῖς τὰς τάφρους Plb. 1.19.13:— Pass., to be filled with earth, esp. of bays in the sea, to be silted up, πορθμοῦ χωσθέντος Emp. 100.17; τί μιν (sc. τὸν κόλπον) κωλύει . . χωσθῆναι; Hdt. 2.11; but of cities, to be raised on mounds, ib. 137.