Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (80)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:80
Refs {'start': {'reference': '80', 'human_reference': 'Section 80'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ταῦτα λαβὼν τὰ φάρμακα καὶ τὰς ἐπῳδὰς παρὰ τῆς θεραπαίνης αὐτῆς, κατʼ ἐκείνης τότʼ ἐμήνυσεν, ἐξ ἧσπερ βάσκανος οὗτος πεπαιδοποίηται, μαγγανεύει καὶ φενακίζει καὶ τοὺς ἐπιλήπτους φησὶν ἰᾶσθαι, αὐτὸς ὢν ἐπίληπτος πάσῃ πονηρίᾳ. οὗτος οὖν αὐτὸν ἐξαιρήσεται, φαρμακός, λοιμός, ὃν οἰωνίσαιτʼ ἄν τις μᾶλλον ἰδὼν προσειπεῖν βούλοιτο, ὃς αὐτὸς αὑτῷ θανάτου τετίμηκεν ὅτε τοιαύτην δίκην ἔλαχεν.

Tokens

ταῦτα 1 w 5
λαβὼν 1 w 10
τὰ 1 w 12
φάρμακα 1 w 19
καὶ 1 w 22
τὰς 1 w 25
ἐπῳδὰς 1 w 31
παρὰ 1 w 35
τῆς 1 w 38
θεραπαίνης 1 w 48
αὐτῆς 1 w 53
1 w 55
κατʼ 1 w 59
ἐκείνης 1 w 66
τότʼ 1 w 70
ἐμήνυσεν 1 w 78
ἐξ 1 w 81
ἧσπερ 1 w 86
1 w 87
βάσκανος 1 w 95
οὗτος 1 w 100
πεπαιδοποίηται 1 w 114
μαγγανεύει 1 w 125
καὶ 2 w 128
φενακίζει 1 w 137
καὶ 3 w 140
τοὺς 1 w 144
ἐπιλήπτους 1 w 154
φησὶν 1 w 159
ἰᾶσθαι 1 w 165
αὐτὸς 1 w 171
ὢν 1 w 173
ἐπίληπτος 1 w 182
πάσῃ 1 w 186
πονηρίᾳ 1 w 193
οὗτος 2 w 199
οὖν 1 w 202
αὐτὸν 1 w 207
ἐξαιρήσεται 1 w 218
2 w 220
φαρμακός 1 w 228
3 w 230
λοιμός 1 w 236
ὃν 1 w 239
οἰωνίσαιτʼ 1 w 249
ἄν 1 w 251
τις 1 w 254
μᾶλλον 1 w 260
ἰδὼν 1 w 264
1 w 265
προσειπεῖν 1 w 275
βούλοιτο 1 w 283
ὃς 1 w 286
αὐτὸς 2 w 291
αὑτῷ 1 w 295
θανάτου 1 w 302
τετίμηκεν 1 w 311
ὅτε 1 w 314
τοιαύτην 1 w 322
δίκην 1 w 327
ἔλαχεν 1 w 333

Dictionary Citations

LSJ

ἐπίληπτος
II suffering from epilepsy, Hp. Aph. 3.16:— D. 25.80 puns on the two senses, τοὺς ἐπιλήπτους φησὶν ἰᾶσθαι, αὐτὸς ὢν ἐ. πάσῃ πονηρίᾳ; so ἐ. ὑπὸ πάθους Plu. Praec. 2.798f.
λοιμός
2 plague, pest, D. 25.80.
μαγγανεύω
use charms or philtres, of Circe, Ar. Pl. 310: metaph., play tricks, D. 25.80, Jul. Gal. 340a; μ. πρὸς τὰς θεάς use superstitious means to propitiate the goddesses, Plb. 15.29.9; μ. ἐπί τινα Luc. DDeor. 6[2].1, Bis Acc. 21: c. acc. cogn., μ. ἀπάτην contrive means for cheating, Ach.Tat. 2.38.
οἰωνίζομαι
οἰωνίζομαι, impf. (without augm.) X. HG 1.4.12, 5.4.17 : fut. -ιοῦμαι LXX Le. 19.26 : aor. opt. οἰωνίσαιτο D. 25.80 ; part. -άμενος Arist. Pol. 1304a1 :—
παιδοποιέω
beget children, of the man, Luc. DDeor. 2[22].1; ἐκ γυναικός E. Heracl. 525: pf. Pass., ἐξ ἧσπερ ὁ βάσκανος οὗτος πεπαιδοποίηται has been begotten, D. 25.80.
φαρμακός
one sacrificed or executed as an atonement or purification for others, scapegoat, Hippon. 5, al., Ar. Ra. 733 (troch.), Ister 33; and, since criminals were reserved for this fate, a general name of reproach, Ar. Eq. 1405, Lys. 6.53, Call. in Διηγήσεις ii 29, D. 25.80. [ ᾱ Hippon. and Call., ᾰ Ar. Eq. l.c.; on the accent v. Hdn. Gr. 1.150; φαρμᾶκος Did. ap. Harp.]