Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (61)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:61
Refs {'start': {'reference': '61', 'human_reference': 'Section 61'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

νεαλὴς δὲ καὶ πρόσφατος ὢν ἐκεῖνος περιῆν αὐτοῦ τεταριχευμένου καὶ πολὺν χρόνον ἐμπεπτωκότος. ὡς δʼ εἰς τοῦθʼ ἧκεν, ἀπεσθίει τὴν ῥῖνα τἀνθρώπου. καὶ τότε μὲν περὶ τὴν γεγονυῖαν συμφορὰν ἅνθρωπος γενόμενος ἀπέστη τοῦ τὸ γραμματεῖον ἐρευνᾶν καὶ ζητεῖν· ὕστερον δʼ εὑρίσκουσι τὸ γραμματεῖον ἐν κιβωτίῳ τινί, οὗ τὴν κλεῖν οὗτος εἶχεν. καὶ μετὰ ταῦτα ψηφίζονται περὶ αὐτοῦ ταῦθʼ οἱ ἐν τῷ οἰκήματι, μὴ πυρός, μὴ λύχνου, μὴ ποτοῦ, μὴ βρωτοῦ μηδενὸς μηδένα τούτῳ κοινωνεῖν, μηδὲ λαμβάνειν, μηδʼ αὐτὸν τούτῳ διδόναι.

Tokens

νεαλὴς 1 w 6
δὲ 1 w 8
καὶ 1 w 11
πρόσφατος 1 w 20
ὢν 1 w 22
ἐκεῖνος 1 w 29
περιῆν 1 w 35
αὐτοῦ 1 w 40
τεταριχευμένου 1 w 54
καὶ 2 w 57
πολὺν 1 w 62
χρόνον 1 w 68
ἐμπεπτωκότος 1 w 80
ὡς 1 w 83
δʼ 1 w 85
εἰς 1 w 88
τοῦθʼ 1 w 93
ἧκεν 1 w 97
ἀπεσθίει 1 w 106
τὴν 1 w 109
ῥῖνα 1 w 113
τἀνθρώπου 1 w 122
καὶ 3 w 126
τότε 1 w 130
μὲν 1 w 133
περὶ 1 w 137
τὴν 2 w 140
γεγονυῖαν 1 w 149
συμφορὰν 1 w 157
ἅνθρωπος 1 w 165
γενόμενος 1 w 174
ἀπέστη 1 w 180
τοῦ 3 w 183
τὸ 1 w 185
γραμματεῖον 1 w 196
ἐρευνᾶν 1 w 203
καὶ 4 w 206
ζητεῖν 1 w 212
ὕστερον 1 w 220
δʼ 2 w 222
εὑρίσκουσι 1 w 232
τὸ 2 w 234
γραμματεῖον 2 w 245
ἐν 1 w 247
κιβωτίῳ 1 w 254
τινί 1 w 258
οὗ 1 w 261
τὴν 3 w 264
κλεῖν 1 w 269
οὗτος 1 w 274
εἶχεν 1 w 279
καὶ 5 w 283
μετὰ 1 w 287
ταῦτα 1 w 292
ψηφίζονται 1 w 302
περὶ 2 w 306
αὐτοῦ 2 w 311
ταῦθʼ 1 w 316
οἱ 1 w 318
ἐν 2 w 320
τῷ 1 w 322
οἰκήματι 1 w 330
μὴ 1 w 333
πυρός 1 w 338
μὴ 2 w 341
λύχνου 1 w 347
μὴ 3 w 350
ποτοῦ 1 w 355
μὴ 4 w 358
βρωτοῦ 1 w 364
μηδενὸς 1 w 371
μηδένα 1 w 377
τούτῳ 1 w 382
κοινωνεῖν 1 w 391
μηδὲ 1 w 396
λαμβάνειν 1 w 405
μηδʼ 1 w 410
αὐτὸν 1 w 415
τούτῳ 2 w 420
διδόναι 1 w 427

Dictionary Citations

LSJ

ἀπεσθίω
eat, gnaw off, τοὺς δακτύλους Hermipp. 24, cf. Ar. Av. 26; ἀπεσθίει μου τὴν ἀκοήν Hermipp. 52; τίς τὴν κεφαλὴν ἀπεδήδοκεν τῆς μαινίδος; Ar. Ra. 984; ἀπεσθίει τὴν ῥῖνα τἀνθρώπου D. 25.61.
ἐρευνάω
seek or search for, search after, track, ἴχνιʼ ἐρευνῶντες κύνες ἤϊσαν Od. 19.436 ; μετʼ ἀνέρος ἴχνιʼ ἐρευνῶν Il. 18.321 ; τεύχεʼ ἐ. Od. 22.180 ; τὴν σοφὴν εὐβουλίαν A. Pr. 1038 ; θεῶν βουλεύματʼ Pi. Fr. 61 ; νεκρούς E. Med. 1318 ; κακούργους X. Cyr. 1.2.12 ; ἄν τινα οἴωμαι σοφὸν εἶναι Pl. Ap. 23b. cf. 41b ; τὸ γραμματεῖον D. 25.61 ; ὧν..ἂν θεὸς χρείαν ἐρευνᾷ the things whereof he seeks after the use, i.e. whatever things he finds serviceable, S. OT 725.
κοινωνέω
have or do in common with, share, take part in a thing with another, c. gen. rei et dat. pers., τῆς πολιτείας κ. τινί ib. 753a; κ. πόνων καὶ κινδύνων ἀλλήλοις ib. 686a, cf. X. HG 2.4.21; κ. αὐτοῖς ὧν ἔπραττον ib. 6.3.1; σιτήσεώς τισι Din. 1.101: also in act. sense, give a share of . . , βρωτοῦ μηδενὸς μηδένα τούτῳ κ. D. 25.61; τὰ περὶ τὰς κτήσεις τοῖς συσσιτίοις ὁ νομοθέτης ἐκοινώνησε (v.l. ἐκοίνωσε) Arist. Pol. 1264a1; πυρὸς ἢ ὕδατος κ. Luc. Alex. 46; πάντων ἐκοινώνει μοι τῶν ἀπορρήτων Id. Philops. 34.
νεαλής
3 νέος, ἅλς A) freshly salted, opp. τεταριχευμένος, D. 25.61 (metaph.); τυρός Archig. ap. Gal. 12.808; κρέας Gal. 6.528; of a dead body, Luc. Nec. 15; νεαλὲς γάλα Nic. Al. 364 ( νεαρόν cod. opt.).
πρόσφατος
2 recent, δίκαι A. Ch. 804 (lyr.); ἐπιστολαί S. Fr. 128; ὀργή Lys. 18.19; ὀχεία Arist. HA 509b31; φόβος Aen.Tact. 3.1; φθόνος Plu. Them. 24; θεωρίαι καὶ μαθήσεις Arist. EE 1237a24; φαντασία Id. MM 1203b4; λύπη defined as δόξα πρόσφατος κακοῦ παρουσίας Zeno Stoic. 1.52; ἀτύχημα Plb. 1.21.9; εὐεργεσίαι Id. 2.46.1; [ πράγματα] Plu. Symp. 2.146b; ὄγκοι ( = οἰδήματα) Gal. 18(2).145; βήξ, i.e. not yet chronic, Sor. 1.123, cf. 2.46; γάλα, i.e. lately begun to be secreted, Id. 1.89; of persons, recent in date, of Homer, Arist. Mete. 351b35; μάρτυρες . . οἱ μὲν παλαιοὶ οἱ δὲ π. Id. Rh. 1375b27: used predicatively, χρόνοι [τοῖς πλουσίοις] τοῦ δίκην ὑποσχεῖν . . δίδονται, καὶ τἀδικήμαθʼ ἕωλα . . ὡς ὑμᾶς καὶ ψύχρʼ ἀφικνεῖται, τῶν δʼ ἄλλων ἡμῶν ἕκαστος π. κρίνεται the cases of us poor men are served up fresh, D. 21.112; νεαλὴς καὶ π. fresh (because recently imprisoned), Id. 25.61.
ταριχεύω
III Pass., waste away, wither, κακῶς ταριχευθέντα παμφθάρτῳ μόρῳ A. Ch. 296, cf. Sophr. 54; τεταριχευμένος stale, opp. νεαλὴς καὶ πρόσφατος, D. 25.61.