Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (57)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:57
Refs {'start': {'reference': '57', 'human_reference': 'Section 57'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ταύτην τὴν ἄνθρωπον, τὴν τοιαῦτʼ εὐεργετήσασαν αὐτόν, ὡς πολὺς παρʼ ὑμῖν ἔπνει καὶ λαμπρός, μεμφομένην τι καὶ τούτων ὑπομιμνῄσκουσαν καὶ ἀξιοῦσαν εὖ παθεῖν τὸ μὲν πρῶτον ῥαπίσας καὶ ἀπειλήσας ἀπέπεμψεν ἀπὸ τῆς οἰκίας, ὡς δʼ οὐκ ἐπαύεθʼ ἄνθρωπος, ἀλλὰ γυναίου πρᾶγμʼ ἐποίει καὶ πρὸς τοὺς γνωρίμους προσιοῦσʼ ἐνεκάλει, λαβὼν αὐτὸς αὐτοχειρίᾳ πρὸς τὸ πωλητηρίον τοῦ μετοικίου ἀπήγαγεν· καὶ εἰ μὴ κείμενον αὐτῇ τὸ μετοίκιον ἔτυχεν, ἐπέπρατʼ ἂν διὰ τοῦτον, τῆς σωτηρίας αὐτὴ αἰτία ἐγεγόνει.

Tokens

ταύτην 1 w 6
τὴν 1 w 9
ἄνθρωπον 1 w 17
τὴν 2 w 21
τοιαῦτʼ 1 w 28
εὐεργετήσασαν 1 w 41
αὐτόν 1 w 46
ὡς 1 w 49
πολὺς 1 w 54
παρʼ 1 w 58
ὑμῖν 1 w 62
ἔπνει 1 w 67
καὶ 1 w 70
λαμπρός 1 w 77
μεμφομένην 1 w 88
τι 1 w 90
καὶ 2 w 93
τούτων 1 w 99
ὑπομιμνῄσκουσαν 1 w 114
καὶ 3 w 117
ἀξιοῦσαν 1 w 125
εὖ 1 w 127
παθεῖν 1 w 133
τὸ 1 w 135
μὲν 1 w 138
πρῶτον 1 w 144
ῥαπίσας 1 w 151
καὶ 4 w 154
ἀπειλήσας 1 w 163
ἀπέπεμψεν 1 w 172
ἀπὸ 1 w 175
τῆς 1 w 178
οἰκίας 1 w 184
ὡς 2 w 187
δʼ 1 w 189
οὐκ 1 w 192
ἐπαύεθʼ 1 w 199
1 w 200
ἄνθρωπος 1 w 208
ἀλλὰ 1 w 213
γυναίου 1 w 220
πρᾶγμʼ 1 w 226
ἐποίει 1 w 232
καὶ 5 w 235
πρὸς 1 w 239
τοὺς 1 w 243
γνωρίμους 1 w 252
προσιοῦσʼ 1 w 261
ἐνεκάλει 1 w 269
λαβὼν 1 w 275
αὐτὸς 1 w 280
αὐτοχειρίᾳ 1 w 290
πρὸς 2 w 294
τὸ 3 w 296
πωλητηρίον 1 w 306
τοῦ 1 w 309
μετοικίου 1 w 318
ἀπήγαγεν 1 w 326
καὶ 6 w 330
εἰ 1 w 332
μὴ 1 w 334
κείμενον 1 w 342
αὐτῇ 1 w 346
τὸ 4 w 348
μετοίκιον 1 w 357
ἔτυχεν 1 w 363
ἐπέπρατʼ 1 w 372
ἂν 1 w 374
διὰ 1 w 377
τοῦτον 1 w 383
1 w 385
τῆς 2 w 388
σωτηρίας 1 w 396
αὐτὴ 1 w 400
αἰτία 1 w 405
ἐγεγόνει 1 w 413

Dictionary Citations

LSJ

αὐτοχειρία
II αὐτοχειρία, Ion. -ίη, used adverbially, = αὐτοχειρί, mostly of slaughter, αὐ. κτείνειν Hdt. 1.140; ἀπολέσαι Id. 3.74, cf. 66: generally, αὐ. διελεῖν Id. 1.123; διασπείρειν Id. 3.13, cf. Ar. Fr. 33 D.; λαβεῖν D. 25.57; καὶ αὐ. καὶ κελεύων καὶ ψήφῳ [κτείνειν] Democr. 260.
γύναιος
II Subst. γύναιον, τό, little woman, term of endearment for a wife, Ar. V. 610, Th. 792: more freq. in a contemptuous sense, weak woman, And. 1.130, etc.; γυναίου πρᾶγυʼ ἐποίει D. 25.57, cf. Arist. EN 1171b10: but simply, = γυνή, Aen.Tact. 2.6, D.S. 17.24, J. AJ 1.12.4, al., Ph. 1.99, al., Plu. Pel. 9.
πνέω
2 πνέοντες μεγάλα giving themselves airs, E. Andr. 189; τόσονδʼ ἔπνευσας ib. 327; κενεὰ πνεύσαις Pi. O. 10(11).93; χαμηλὰ πνέων Id. P. 11.30: abs., ὑπὲρ σακέων πνείοντες breathing over their shields, i. e. unable to repress their rage for war, Hes. Sc. 24; θρασείᾳ πνέων καρδίᾳ Pi. P. 10.44: with nom., Ἄρης . . μέγας πνέων E. Rh. 323; πολὺς ἔπνει καὶ λαμπρός D. 25.57; οὗτος . . καικίας ἢ συκοφαντίας πνεῖ Ar. Eq. 437; ᾧ σὺ μὴ πνεύσῃς ἐνδέξιος on whom thou breathest not favourably, Call. Epigr. 10.3.
πολύς
c Κύπρις γὰρ οὐ φορητός, ἢν πολλὴ ῥυῇ if she flow with full stream, metaph. from a river, E. Hipp. 443; θρασυνομένῳ καὶ πολλῷ ῥέοντι D. 18.136; from the wind, ὡς π. ἔπνει καὶ λαμπρός was blowing strong and fresh, Id. 25.57, cf. Ar. Eq. 760, AP 11.49 ( Even.): generally, with might or force, ὅταν ὁ θεὸς . . ἔλθῃ πολύς E. Ba. 300; ἢν π. παρῇ Id. Or. 1200; π. καὶ τολμηρὸς ἅνθρωπος D. 40.53: with part. and εἰμί, πολλὸς ἦν λισσόμενος was all entreaties, Hdt. 9.91; ἦν πολλὸς ὑπὸ παντὸς ἀνδρὸς αἰνεόμενος Id. 1.98; Ἐτεοκλέης ἂν εἷς π. . . ὑμνοῖθʼ A. Th. 6; π. ἐνέκειτο λέγων Hdt. 7.158; π. τοῖς συμβεβηκόσιν ἔγκειται D. 18.199; also π. ἦν ἐν τοῖσι λόγοισι Hdt. 8.59; πρὸς ταῖς παρασκευαῖς Plb. 5.49.7; ἐπὶ τῇ τιμωρίᾳ D.S. 14.107: without a Prep., π. ἦν τοῖς ἐπαίνοις καὶ ἐπαχθής Aeschin. 2.41; π. μὲν γὰρ ὁ Φίλιππος ἔσται will be often mentioned, Id. 1.166.
πρᾶγμα
deed, act, the concrete of πρᾶξις, but freq. approaching to the abstract sense, Thgn. 116, al.; opp. λόγοι, D. 2.12, etc.; πραγμάτων ὀρθὰν ὁδόν Pi. O. 7.46; γυναίου π. ἐποίει did the act of a woman, D. 25.57, cf. 18.24, etc.
πωλητήριον
II τὸ π. τοῦ μετοικίου the office of the πωληταί, who farmed out the metic-tax, D. 25.57, cf. Hyp. Fr. 270.
ῥαπίζω
strike with a stick, cudgel, thrash, τινα Xenoph. 7.4, Hippon. 64 ( Pass.), Hdt. 7.35, 223, D. 25.57, LXX Jd. 16.25, Plb. 8.6.6, Phld. Ir. p.40 W.; τινὰ ῥάβδῳ Anacreont. 29.2:— Pass., ῥ. ἐκ τῶν ἀγώνων to be flogged off the course, Heraclit. 42, cf. Hdt. 8.59: Ion. pf. part., ῥεραπισμένα νῶτα Anacr. 166.