Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (56)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:56
Refs {'start': {'reference': '56', 'human_reference': 'Section 56'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πρὸς δὲ τούτοις τοιούτοις οὖσιν ἕτερον δεινόν, γῆ καὶ θεοί, πρᾶγμʼ ἀκούσεσθε. ὅτε γὰρ τὸ δεσμωτήριον διορύξας ἀπέδρα, τότε πρὸς γυναῖκά τινʼ ἔρχεται Ζωβίαν ὄνομα, ἐτύγχανεν, ὡς ἔοικε, κεχρημένος ποτέ· καὶ κρύπτει καὶ διασῴζει τὰς πρώτας ἡμέρας αὐτὸν ἐκείνη, ἃς ἐζήτουν καὶ ἐκήρυττον οἱ ἕνδεκα, καὶ μετὰ ταῦτα δοῦσα δραχμὰς ὀκτὼ ἐφόδιον καὶ χιτωνίσκον καὶ ἱμάτιον ἐξέπεμψεν εἰς Μέγαρα.

Tokens

πρὸς 1 w 4
δὲ 1 w 6
τούτοις 1 w 13
τοιούτοις 1 w 22
οὖσιν 1 w 27
ἕτερον 1 w 33
δεινόν 1 w 39
1 w 41
γῆ 1 w 43
καὶ 1 w 46
θεοί 1 w 50
πρᾶγμʼ 1 w 57
ἀκούσεσθε 1 w 66
ὅτε 1 w 70
γὰρ 1 w 73
τὸ 1 w 75
δεσμωτήριον 1 w 86
διορύξας 1 w 94
ἀπέδρα 1 w 100
τότε 1 w 105
πρὸς 2 w 109
γυναῖκά 1 w 116
τινʼ 1 w 120
ἔρχεται 1 w 127
Ζωβίαν 1 w 133
ὄνομα 1 w 138
1 w 140
ἐτύγχανεν 1 w 149
ὡς 1 w 152
ἔοικε 1 w 157
κεχρημένος 1 w 168
ποτέ 1 w 172
καὶ 2 w 176
κρύπτει 1 w 183
καὶ 3 w 186
διασῴζει 1 w 194
τὰς 1 w 197
πρώτας 1 w 203
ἡμέρας 1 w 209
αὐτὸν 1 w 214
ἐκείνη 1 w 220
ἃς 1 w 223
ἐζήτουν 1 w 230
καὶ 4 w 233
ἐκήρυττον 1 w 242
οἱ 1 w 244
ἕνδεκα 1 w 250
καὶ 5 w 254
μετὰ 1 w 258
ταῦτα 1 w 263
δοῦσα 1 w 268
δραχμὰς 1 w 275
ὀκτὼ 1 w 279
ἐφόδιον 1 w 286
καὶ 6 w 289
χιτωνίσκον 1 w 299
καὶ 7 w 302
ἱμάτιον 1 w 309
ἐξέπεμψεν 1 w 318
εἰς 1 w 321
Μέγαρα 1 w 327

Dictionary Citations

LSJ

διορύσσω
dig through, διὰ τάφρον ὀρύξας having dug a trench across or along, Od. 21.120; τοῖχον δ., = τοιχωρυχέω, Hdt. 9.37, cf. Ar. Pl. 565, Th. 2.3, D. 54.37; δεσμωτήριον Id. 25.56; οἰκίαν X. Smp. 4.30, PPetr. 3p.60: c. acc. loci, τὸν Ἄθω Lys. 2.29, cf. Pl. Lg. 699a, D. 6.30: — Pass., Ev.Matt. 24.43.
κηρύσσω
2 proclaim as conqueror, Plu. Apophth.reg. 2.185a; Φαβωρῖνον ἡ εὐγλωττία ἐν σοφισταῖς ἐκήρυττεν Philostr. VS 1.8.1:— Pass., μήτε κηρυχθήσεσθαι μήτε ἆθλα λήψεσθαι X. Cyr. 8.4.4; ὥστε τὴν πόλιν κηρυχθῆναι καὶ αὐτὸν στεφανωθῆναι Lys. 19.63; proclaim as a criminal, D. 25.56, cf. S. El. 606; κηρύσσω τὸν Ἔρωτα AP 5.176 ( Mel.):— Pass., of a country, to be proclaimed, extolled, στεφάνοις ἀρετᾶς E. Tr. 223 (lyr.).