Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (52)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:52
Refs {'start': {'reference': '52', 'human_reference': 'Section 52'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλὰ πορεύεται διὰ τῆς ἀγορᾶς, ὥσπερ ἔχις σκορπίος ἠρκὼς τὸ κέντρον, ᾁττων δεῦρο κἀκεῖσε, σκοπῶν τίνι συμφορὰν βλασφημίαν κακόν τι προστριψάμενος καὶ καταστήσας εἰς φόβον ἀργύριον εἰσπράξεται. οὐδὲ προσφοιτᾷ πρός τι τούτων τῶν ἐν τῇ πόλει κουρείων μυροπωλίων τῶν ἄλλων ἐργαστηρίων οὐδὲ πρὸς ἕν· ἀλλʼ ἄσπειστος, ἀνίδρυτος, ἄμεικτος, οὐ χάριν, οὐ φιλίαν, οὐκ ἄλλʼ οὐδὲν ὧν ἄνθρωπος μέτριος γιγνώσκων· μεθʼ ὧν δʼ οἱ ζωγράφοι τοὺς ἀσεβεῖς ἐν Ἅιδου γράφουσιν, μετὰ τούτων, μετʼ ἀρᾶς καὶ βλασφημίας καὶ φθόνου καὶ στάσεως καὶ νείκους, περιέρχεται.

Tokens

ἀλλὰ 1 w 4
πορεύεται 1 w 13
διὰ 1 w 16
τῆς 1 w 19
ἀγορᾶς 1 w 25
ὥσπερ 1 w 31
ἔχις 1 w 35
1 w 36
σκορπίος 1 w 44
ἠρκὼς 1 w 49
τὸ 1 w 51
κέντρον 1 w 58
ᾁττων 1 w 64
δεῦρο 1 w 69
κἀκεῖσε 1 w 76
σκοπῶν 1 w 83
τίνι 1 w 87
συμφορὰν 1 w 95
2 w 96
βλασφημίαν 1 w 106
3 w 107
κακόν 1 w 112
τι 1 w 114
προστριψάμενος 1 w 128
καὶ 1 w 131
καταστήσας 1 w 141
εἰς 1 w 144
φόβον 1 w 149
ἀργύριον 1 w 157
εἰσπράξεται 1 w 168
οὐδὲ 1 w 173
προσφοιτᾷ 1 w 182
πρός 1 w 186
τι 2 w 188
τούτων 1 w 194
τῶν 1 w 197
ἐν 1 w 199
τῇ 1 w 201
πόλει 1 w 206
κουρείων 1 w 214
4 w 215
μυροπωλίων 1 w 225
5 w 226
τῶν 2 w 229
ἄλλων 1 w 234
ἐργαστηρίων 1 w 245
οὐδὲ 2 w 249
πρὸς 1 w 253
ἕν 1 w 255
ἀλλʼ 1 w 260
ἄσπειστος 1 w 269
ἀνίδρυτος 1 w 279
ἄμεικτος 1 w 288
οὐ 3 w 291
χάριν 1 w 296
οὐ 4 w 299
φιλίαν 1 w 305
οὐκ 1 w 309
ἄλλʼ 1 w 313
οὐδὲν 1 w 318
ὧν 1 w 320
ἄνθρωπος 1 w 328
μέτριος 1 w 335
γιγνώσκων 1 w 344
μεθʼ 1 w 349
ὧν 2 w 351
δʼ 1 w 353
οἱ 1 w 355
ζωγράφοι 1 w 363
τοὺς 1 w 367
ἀσεβεῖς 1 w 374
ἐν 2 w 376
Ἅιδου 1 w 381
γράφουσιν 1 w 390
μετὰ 1 w 395
τούτων 2 w 401
μετʼ 1 w 406
ἀρᾶς 1 w 410
καὶ 2 w 413
βλασφημίας 1 w 423
καὶ 3 w 426
φθόνου 1 w 432
καὶ 4 w 435
στάσεως 1 w 442
καὶ 5 w 445
νείκους 1 w 452
περιέρχεται 1 w 464

Dictionary Citations

LSJ

ἀείρω
ἀείρω, Ep., Ion., and poet.; αἴρω (once in Hom., v. infr.), Att. and Trag. (exc. A. Th. 759, Pers. 660, both lyr.); Aeol. ἀέρρω, Alc. 78: impf. ἤειρον ( συν-) Il. 10.499, Hdt. 2.125, Ep. ἄειρον Il. 19.386, Att. and Trag. ᾖρον: fut. ἀρῶ [ᾱ], contr. for ἀερῶ (which is not found), A. Pers. 795, E. Heracl. 322, Tr. 1148, prob. in Luc. Hist.Conscr. 14: aor. 1 ἤειρα ( συν-) Il. 24.590, ( παρ-) Archil. 94, Herod. 9.13, Ep. ἄειρα Il. 23.730; Aeol. imper. ἀέρρατε Sapph. 91; subj. ἀέρσῃ Panyas. 13.13; part. ἀείρας S. Ant. 418; also ἄηρα IG 12(3).449 ( Thera); ἦρα Hdt. 9.59, A. Ag. 47, Th. 6.18, etc., 3 pl. ἤροσαν LXX Jo. 3.14, opt. ἄραις Herod. 5.71, inf. ἆραι Call. Cer. 35, part. ἄρας Th. 2.12, etc., Cret. ἤραντας GDI 5015 (Gort.) [ ᾱ- in all moods]: pf. ἦρκα D. 25.52, ( ἀπ-) Th. 8.100, plpf. ἤρκεσαν ( ἀπ-) D. 19.150:— Med. ἀείρομαι ( ἀπ-) Il. 21.563, S. Tr. 216 (lyr.); αἴρομαι E. El. 360, Th. 4.60: fut ἀροῦμαι [ᾱ] E. Hel. 1597 : aor. 1 imper. ἀείραο A.R. 4.746, inf. ἀείρασθαι ( ἀντ-) Hdt. 7.212, part. -άμενος Il. 23.856, IG 4.952.112 (Epid.); also ἠράμην [ᾱ- in all moods] Il. 14.510, Od. 4.107, E. Heracl. 986, Ar. Ra. 525, Pl. R. 374e, etc., Dor. ἄρατο B. 2.5 : pf. ἦρμαι S. El. 54:— Pass., E. Alc. 450 (lyr.), Hp. Mul. 2.174: fut. ἀρθήσομαι Ar. Ach. 565: aor. ἠέρθην A.R. 4.1651, ( παρ-) Il. 16.341, Ep. ἀέρθην Od. 19.540, 3 pl. ἄερθεν Il. 8.74, subj. ἀερθῶ E. Andr. 848 (lyr.), part. ἀερθείς Od. 8.375, Pi. N. 7.75, A. Ag. 1525 (lyr.), Hp. Mul. 1.1, etc.; also ἤρθην Simon. 111, A. Th. 214 (lyr.), Th. 4.42, etc., part. ἀρθείς Il. 13.63, ( ἐπ-) Hdt. 1.90, etc.: pf. ἤερμαι A.R. 2.171: Ep. plpf. 3 sg. ἄωρτο (for ἤορτο) Il. 3.272, Theoc. 24.43, ἔωρτο Hsch. [ ἀείρω has ᾰ, exc. in late poetry, as Opp. C. 1.347.] ( ἀείρω = ἀ-ϝερ-yω, cf. αὐειρομέναι Alcm. 23.63; αἴρω (once in Hom., Il. 17.724 in part. αἴροντας) may = ϝαρ-yω for ϝṛ-yω from the reduced form of the root, but is more probably an analogical formation arising from the contracted forms. Fut. ἀροῦμαι [ᾰ] and aor. ἀρόμην, ἤρετο, etc., inf. ἀρέσθαι [ᾰ], belong to ἄρνυμαι, q.v.; ἤρᾰτο may have displaced ἤρετο in Hom, cf. Eust. ad Il. 3.373. The sense attach found in compds. συν-, παρ-αείρω is prob. derived from the use V.1.)
ἀΐδρυτος
II with no fixed abode, Τίμων ἦν ἀ. τις Ar. Lys. 809 (lyr.); ἄσπειστος, ἀν. D. 25.52; οἰκοῦσιν φεύγοντες, ἀ. κακὸν ἄλλοις Cratin. 209 (expl. by ὃ οὐκ ἄν τις αὑτῷ ἱδρύσαιτο EM 42.10).
ἄσπειστος
to be appeased by no libations, implacable, D. 25.52; κότος Nic. Th. 367; πόλεμοι ἄσπειστοι, = ἄσπονδοι, Plu. Inv. 2.537b, cf. S.E. P. 3.175.
ἔχις
viper, Pl. Smp. 217e, Arist. HA 511a16, etc.: metaph., συκοφάντης καὶ ἔ. τὴν φύσιν D. 25.96; ὥσπερ ἔ. ἢ σκορπίος ἠρκὼς τὸ κέντρον ib. 52; cf. ἔχιδνα.
κέντρον
a sting of bees and wasps, Ar. V. 225, 407 (lyr.), al.; of scorpions, Arist. PA 683a12 (so of the constellation Scorpio, Arat. 505): hence, metaph., of malicious persons, ἐς τοὺς ἔχοντας κέντρʼ ἀφιᾶσιν E. Supp. 242; πορεύεται, ὥσπερ σκορπίος, ἠρκὼς τὸ κ. D. 25.52; of Pericles as an orator, τὸ κ. ἐγκατέλειπε τοῖς ἀκροωμένοις Eup. 94.7; of Socrates, ὥσπερ μέλιττα τὸ κ. ἐγκαταλιπών Pl. Phd. 91c; οἷον ὀφθαλμῷ κ. ἐνθεῖσα Philostr. Im. 2.1; βλέμματος κ. Onomarch. ap. Philostr. VS 2.18.
κουρεῖον
barberʼs shop, the lounging-place where news and scandal were picked up, καί τοι λόγος γʼ ἦν . . πολὺς ἐπὶ τοῖσι κουρείοισι τῶν καθημένων Ar. Pl. 338, cf. Av. 1441; πόλλʼ ἔμαθον ἐν τοῖσι κ. ἐγὼ ἀτόπως καθίζων κοὐδὲ γιγνώσκειν δοκῶν Eup. 180, cf. Lys. 24.20, D. 25.52, AP 6.307 ( Phan.), Sammelb. 6762.2 (iii B. C.); εἰς κ. ‘to my barberʼs bill’, Lys. 32.20 (v.l.); ἐν κουρείοις ἢ μυροπωλίοις Phld. Ir. p.47 W.
μυροπώλιον
perfumerʼs shop, Lys. 24.20, D. 25.52, 34.13, Hyp. Ath. 6, Phld. Ir. p.47 W.
προστρίβω
III Med., mostly in bad sense, inflict or cause to be inflicted, πληγάς τισι Ar. Eq. 5; ὑμῖν τὸ μήνιμα τῶν ἀλιτηρίων προστρίψομαι Antipho 4.2.8; τινὶ συμφορὰν ἢ βλασφημίαν ἢ κακόν D. 25.52; τὴν ὑποψίαν τῆς προδοσίας Plu. Util. 2.89f:— Pass., γλώσσῃ ματαίᾳ ζημία προστρίβεται A. Pr. 331, cf. Sammelb. 5273.12 (v A.D.), PMonac. 6.66 (vi A.D.).
προσφοιτάω
go or come to frequently, resort to, τὸ κουρεῖον, ἵνα οἱ Δεκελεῖς π. Lys. 23.3, cf. Id. 24.20, D. 25.52, Hyp. Ath. 6, IG 2(2).1237.64; π. τισί associate with, Str. 14.1.32; esp. go to a master, D.H. Rh. 9.11, etc.; τοῖς παλαιοῖς λόγοις Plu. QConv. 2.653b.
σκορπίος
scorpion, A. Fr. 169, Pl. Euthd. 290a, Sammelb. 1267.7 (i A.D.), etc.; σ. ὁ χερσαῖος (v. infr. II) Arist. HA 555a23: prov., ὑπὸ παντὶ λίθῳ σκορπίον φυλάσσεο Praxill. 4; ἐν παντὶ σ. φρουρεῖ λίθῳ S. Fr. 37; also σκορπίον ὀκτώπουν ἐγείρεις ‘let sleeping dogs lie’, Hsch.; ὥσπερ ἔχις ἢ σ. ἠρκὼς τὸ κέντρον D. 25.52.