Scaife ATLAS

CTS Library / περὶ τῶν συμμοριῶν

περὶ τῶν συμμοριῶν (1)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg014.perseus-grc2:1
Refs {'start': {'reference': '1', 'human_reference': 'Section 1'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

οἱ μὲν ἐπαινοῦντες, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοὺς προγόνους ὑμῶν λόγον εἰπεῖν μοι δοκοῦσι προαιρεῖσθαι κεχαρισμένον, οὐ μὴν συμφέροντά γʼ ἐκείνοις οὓς ἐγκωμιάζουσι ποιεῖν· περὶ γὰρ πραγμάτων ἐγχειροῦντες λέγειν ὧν οὐδʼ εἷς ἀξίως ἐφικέσθαι τῷ λόγῳ δύναιτο, αὐτοὶ μὲν τοῦ δοκεῖν δύνασθαι λέγειν δόξαν ἐκφέρονται, τὴν δʼ ἐκείνων ἀρετὴν ἐλάττω τῆς ὑπειλημμένης παρὰ τοῖς ἀκούουσιν φαίνεσθαι ποιοῦσιν. ἐγὼ δʼ ἐκείνων μὲν ἔπαινον τὸν χρόνον ἡγοῦμαι μέγιστον, οὗ πολλοῦ γεγενημένου μείζω τῶν ὑπʼ ἐκείνων πραχθέντων οὐδένες ἄλλοι παραδείξασθαι δεδύνηνται·

Tokens

οἱ 1 w 2
μὲν 1 w 5
ἐπαινοῦντες 1 w 16
1 w 18
ἄνδρες 1 w 24
Ἀθηναῖοι 1 w 32
τοὺς 1 w 37
προγόνους 1 w 46
ὑμῶν 1 w 50
λόγον 1 w 55
εἰπεῖν 1 w 61
μοι 1 w 64
δοκοῦσι 1 w 71
προαιρεῖσθαι 1 w 83
κεχαρισμένον 1 w 95
οὐ 1 w 98
μὴν 1 w 101
συμφέροντά 1 w 111
γʼ 1 w 113
ἐκείνοις 1 w 121
οὓς 1 w 124
ἐγκωμιάζουσι 1 w 136
ποιεῖν 1 w 142
περὶ 1 w 147
γὰρ 1 w 150
πραγμάτων 1 w 159
ἐγχειροῦντες 1 w 171
λέγειν 1 w 177
ὧν 1 w 179
οὐδʼ 1 w 183
εἷς 1 w 186
ἀξίως 1 w 191
ἐφικέσθαι 1 w 200
τῷ 1 w 202
λόγῳ 1 w 206
δύναιτο 1 w 213
αὐτοὶ 1 w 219
μὲν 2 w 222
τοῦ 1 w 225
δοκεῖν 1 w 231
δύνασθαι 1 w 239
λέγειν 2 w 245
δόξαν 1 w 250
ἐκφέρονται 1 w 260
τὴν 1 w 264
δʼ 2 w 266
ἐκείνων 1 w 273
ἀρετὴν 1 w 279
ἐλάττω 1 w 285
τῆς 1 w 288
ὑπειλημμένης 1 w 300
παρὰ 1 w 304
τοῖς 1 w 308
ἀκούουσιν 1 w 317
φαίνεσθαι 1 w 326
ποιοῦσιν 1 w 334
ἐγὼ 1 w 338
δʼ 3 w 340
ἐκείνων 2 w 347
μὲν 3 w 350
ἔπαινον 1 w 357
τὸν 1 w 360
χρόνον 1 w 366
ἡγοῦμαι 1 w 373
μέγιστον 1 w 381
οὗ 1 w 384
πολλοῦ 1 w 390
γεγενημένου 1 w 401
μείζω 1 w 406
τῶν 1 w 409
ὑπʼ 1 w 412
ἐκείνων 3 w 419
πραχθέντων 1 w 429
οὐδένες 1 w 436
ἄλλοι 1 w 441
παραδείξασθαι 1 w 454
δεδύνηνται 1 w 464

Dictionary Citations

LSJ

ἐκφέρω
3 carry away, τρίʼ ἄλεισα Od. 15.470, cf. Test.Epict. 2.22, etc.; carry off as prize or reward, ἄεθλον Il. 23.785:—more freq. in Med., τὠυτὸ (of a victory) ἐξενείκασθαι Hdt. 6.103; κλέος, δόξαν, S. El. 60, D. 14.1, etc.; accomplish, Aeschin. 2.66.
παραδείκνυμι
2 exhibit, bring forward, in Med., D. 14.1.
ὑπολαμβάνω
III take up a notion, assume, suppose, freq. of an ill-grounded opinion, ὑ. θεῖον εἶναι τὸ ἐπαγγελλόμενον Hdt. 2.55; οὐκ ἂν ὑπέλαβον τοῦτον ἀντειπεῖν Antipho 3.3.2, cf. Pl. Phd. 86b, Prt. 343d; ἐὰν ὑπολάβῃ . . Ἀθήνῃσιν εἶναι, ὢν ἐν Λιβύῃ Arist. Metaph. 1010b10: an Adv. is freq. added to give the word a good sense, ὀρθῶς ὑ. Pl. Grg. 458e, Arist. EN 1145b21, καλῶς Id. Rh. 1404a1, etc.; βέλτιον ὑπελάβομεν εἶναι πάλιν γράψαι PCair.Zen. 36.15 (iii B. C.): with εἶναι omitted, assume or understand a thing to be so and so, τὰ φύματα τεχνικώτατον ὑπειληφέναι (sc. εἶναι) δεῖ δύνασθαι διαλύειν Hp. Medic. 10; τὸ χαλεπὸν κακὸν (sc. εἶναι) ὑ. Pl. Prt. 341b; ὑ. τὸν Ἔρωτα ἕν τι τῶν ὄντων Id. Phdr. 263d; ὑ. τι ὡς ὂν . . Id. Prm. 134c; τὸν αἰθέρα τῇδέ πῃ ὑ. conceive of the word αἰθήρ somewhat in this way, Id. Cra. 410b; οὕτως ὑ. περί τινος Isoc. 3.26, cf. D. 18.269: simply c. acc., καίπερ ὑπειληφὼς ταῦτα though I assume this to be so, Id. 19.3, cf. Arist. Metaph. 1005b26; τίς σε ἀναγκάσαι δύναται ὑπολαβεῖν τι ὧν οὐ θέλεις; Arr. Epict. 2.6.21; ὃ βούλει, ὑπολάμβανε ib. 1.10.4; ὑ. πλῆθος ὡρισμένον Arist. Metaph. 1073b13; ὑ. ὅτι . . Id. Pol. 1301a25:— Pass., τοιοῦτος ὑπολαμβάνομαι Isoc. 12.5, cf. Arist. Rh. 1366a26; ὑ. μειζόνως ἢ κατὰ τὴν ἀξίαν Isoc. 11.24, cf. D. 23.6; ἡ ὑπειλημμένη ἀρετή Id. 14.1; ὅπως ποθʼ ὑπείλημμαι περὶ τούτων ἀρκεῖ μοι I am content with whatever opinion of me has been formed in these matters, Id. 18.269: c. inf., τῇ φιλανθρωπίᾳ ἢν ἔχειν ὑπείληψαι παρὰ τοῖς ἀνθρώποις Isoc. Ep. 4.9, cf. Arist. Rh. 1383b8; ὑπολαμβάνεται δεδωκέναι is understood to have granted, Id. SE 178a20: τὸ ὑποληφθὲν πᾶν, = πᾶσα ὑπόληψις (ΙΙ), Men. 249.7.
χαρίζω
2 part. pf. κεχαρισμένος, η, ον, as Adj., acceptable, welcome, ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ Il. 5.243, 826, etc.; κεχαρισμένα δῶρα θεοῖσι δίδωσι, 20.298, cf. Od. 16.184, 19.397; κεχαρισμένα θεῖναί τινι to do things pleasing to one, Il. 24.661; ἀνὴρ κεχαρισμένα εἰδώς Od. 8.584; θεοις κεχαρισμένα ποιεῖν Lys. 6.33; κεχ. τοῖς θεοῖς λέγειν τε καὶ πράττειν, Pl. Euthphr. 14b, cf. Phdr. 273e; δοίη ᾧ κʼ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι Od. 2.54, cf. Hdt. 1.87, 3.119, X. Mem. 1.2.10, etc.; κεχαρισμένα θύρσῳ E. HF 892 (lyr.); κεχαρ. χοιρίδιον Ar. Pax 386 (lyr.); πᾶσιν κεχαρισμένος Pl. Sph. 218a; λόγος κεχ. D. 14.1; σιτίον ἢ ποτόν X. Mem. 2.1.24; ἐν τοῖς μὴ κεχαρισμένοις . . πρὸς τὴν αἴσθησιν Arist. PA 645a7; cf. κεχαρισμένως.