LSJ
3
carry away, τρίʼ ἄλεισα Od. 15.470, cf. Test.Epict. 2.22, etc.; carry off as prize or reward, ἄεθλον Il. 23.785:—more freq. in Med., τὠυτὸ (of a victory) ἐξενείκασθαι Hdt. 6.103; κλέος, δόξαν, S. El. 60, D. 14.1, etc.; accomplish, Aeschin. 2.66.
2
exhibit, bring forward, in Med., D. 14.1.
III
take up a notion, assume, suppose, freq. of an ill-grounded opinion, ὑ. θεῖον εἶναι τὸ ἐπαγγελλόμενον Hdt. 2.55; οὐκ ἂν ὑπέλαβον τοῦτον ἀντειπεῖν Antipho 3.3.2, cf. Pl. Phd. 86b, Prt. 343d; ἐὰν ὑπολάβῃ . . Ἀθήνῃσιν εἶναι, ὢν ἐν Λιβύῃ Arist. Metaph. 1010b10: an Adv. is freq. added to give the word a good sense, ὀρθῶς ὑ. Pl. Grg. 458e, Arist. EN 1145b21, καλῶς Id. Rh. 1404a1, etc.; βέλτιον ὑπελάβομεν εἶναι πάλιν γράψαι PCair.Zen. 36.15 (iii B. C.): with εἶναι omitted, assume or understand a thing to be so and so, τὰ φύματα τεχνικώτατον ὑπειληφέναι (sc. εἶναι) δεῖ δύνασθαι διαλύειν Hp. Medic. 10; τὸ χαλεπὸν κακὸν (sc. εἶναι) ὑ. Pl. Prt. 341b; ὑ. τὸν Ἔρωτα ἕν τι τῶν ὄντων Id. Phdr. 263d; ὑ. τι ὡς ὂν . . Id. Prm. 134c; τὸν αἰθέρα τῇδέ πῃ ὑ. conceive of the word αἰθήρ somewhat in this way, Id. Cra. 410b; οὕτως ὑ. περί τινος Isoc. 3.26, cf. D. 18.269: simply c. acc., καίπερ ὑπειληφὼς ταῦτα though I assume this to be so, Id. 19.3, cf. Arist. Metaph. 1005b26; τίς σε ἀναγκάσαι δύναται ὑπολαβεῖν τι ὧν οὐ θέλεις; Arr. Epict. 2.6.21; ὃ βούλει, ὑπολάμβανε ib. 1.10.4; ὑ. πλῆθος ὡρισμένον Arist. Metaph. 1073b13; ὑ. ὅτι . . Id. Pol. 1301a25:— Pass., τοιοῦτος ὑπολαμβάνομαι Isoc. 12.5, cf. Arist. Rh. 1366a26; ὑ. μειζόνως ἢ κατὰ τὴν ἀξίαν Isoc. 11.24, cf. D. 23.6; ἡ ὑπειλημμένη ἀρετή Id. 14.1; ὅπως ποθʼ ὑπείλημμαι περὶ τούτων ἀρκεῖ μοι I am content with whatever opinion of me has been formed in these matters, Id. 18.269: c. inf., τῇ φιλανθρωπίᾳ ἢν ἔχειν ὑπείληψαι παρὰ τοῖς ἀνθρώποις Isoc. Ep. 4.9, cf. Arist. Rh. 1383b8; ὑπολαμβάνεται δεδωκέναι is understood to have granted, Id. SE 178a20: τὸ ὑποληφθὲν πᾶν, = πᾶσα ὑπόληψις (ΙΙ), Men. 249.7.
2
part. pf. κεχαρισμένος, η, ον, as Adj., acceptable, welcome, ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ Il. 5.243, 826, etc.; κεχαρισμένα δῶρα θεοῖσι δίδωσι, 20.298, cf. Od. 16.184, 19.397; κεχαρισμένα θεῖναί τινι to do things pleasing to one, Il. 24.661; ἀνὴρ κεχαρισμένα εἰδώς Od. 8.584; θεοις κεχαρισμένα ποιεῖν Lys. 6.33; κεχ. τοῖς θεοῖς λέγειν τε καὶ πράττειν, Pl. Euthphr. 14b, cf. Phdr. 273e; δοίη ᾧ κʼ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι Od. 2.54, cf. Hdt. 1.87, 3.119, X. Mem. 1.2.10, etc.; κεχαρισμένα θύρσῳ E. HF 892 (lyr.); κεχαρ. χοιρίδιον Ar. Pax 386 (lyr.); πᾶσιν κεχαρισμένος Pl. Sph. 218a; λόγος κεχ. D. 14.1; σιτίον ἢ ποτόν X. Mem. 2.1.24; ἐν τοῖς μὴ κεχαρισμένοις . . πρὸς τὴν αἴσθησιν Arist. PA 645a7; cf. κεχαρισμένως.