Scaife ATLAS

CTS Library / περὶ συντάξεως

περὶ συντάξεως (30)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg013.perseus-grc2:30
Refs {'start': {'reference': '30', 'human_reference': 'Section 30'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

νῦν δʼ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δημοσίᾳ μὲν πόλις ἡμῶν τὰς ὁδοὺς ἀγαπᾷ κατασκευάζουσα καὶ κρήνας καὶ κονιάματα καὶ λήρους (καὶ οὐ τοῖς εἰσηγησαμένοις ταῦτʼ ἐπιτιμῶ, πολλοῦ γε καὶ δέω, ἀλλʼ ὑμῖν, εἰ ταῦθʼ ἱκανὰ ὑμῖν αὐτοῖς ὑπολαμβάνετʼ εἶναι), ἰδίᾳ δʼ οἱ τῶν κοινῶν ἐπί τῳ γεγενημένοι οἱ μὲν τῶν δημοσίων οἰκοδομημάτων σεμνοτέρας τὰς ἰδίας οἰκίας κατεσκευάκασιν, οὐ μόνον τῶν πολλῶν ὑπερηφανωτέρας, οἱ δὲ γῆν συνεωνημένοι γεωργοῦσιν ὅσην οὐδʼ ὄναρ ἤλπισαν πώποτε.

Tokens

νῦν 1 w 3
δʼ 1 w 5
1 w 7
ἄνδρες 1 w 13
Ἀθηναῖοι 1 w 21
δημοσίᾳ 1 w 29
μὲν 1 w 32
1 w 33
πόλις 1 w 38
ἡμῶν 1 w 42
τὰς 1 w 45
ὁδοὺς 1 w 50
ἀγαπᾷ 1 w 55
κατασκευάζουσα 1 w 69
καὶ 1 w 72
κρήνας 1 w 78
καὶ 2 w 81
κονιάματα 1 w 90
καὶ 3 w 93
λήρους 1 w 99
καὶ 4 w 103
οὐ 1 w 105
τοῖς 1 w 109
εἰσηγησαμένοις 1 w 123
ταῦτʼ 1 w 128
ἐπιτιμῶ 1 w 135
πολλοῦ 1 w 142
γε 1 w 144
καὶ 5 w 147
δέω 1 w 150
ἀλλʼ 1 w 155
ὑμῖν 1 w 159
εἰ 2 w 162
ταῦθʼ 1 w 167
ἱκανὰ 1 w 172
ὑμῖν 2 w 176
αὐτοῖς 1 w 182
ὑπολαμβάνετʼ 1 w 194
εἶναι 1 w 199
ἰδίᾳ 1 w 205
δʼ 2 w 207
οἱ 1 w 209
τῶν 1 w 212
κοινῶν 1 w 218
ἐπί 1 w 221
τῳ 1 w 223
γεγενημένοι 1 w 234
οἱ 2 w 236
μὲν 2 w 239
τῶν 2 w 242
δημοσίων 1 w 250
οἰκοδομημάτων 1 w 263
σεμνοτέρας 1 w 273
τὰς 2 w 276
ἰδίας 1 w 281
οἰκίας 1 w 287
κατεσκευάκασιν 1 w 301
οὐ 2 w 304
μόνον 1 w 309
τῶν 3 w 312
πολλῶν 1 w 318
ὑπερηφανωτέρας 1 w 332
οἱ 3 w 335
δὲ 1 w 337
γῆν 1 w 340
συνεωνημένοι 1 w 352
γεωργοῦσιν 1 w 362
ὅσην 1 w 366
οὐδʼ 1 w 370
ὄναρ 1 w 374
ἤλπισαν 1 w 381
πώποτε 1 w 387

Dictionary Citations

LSJ

κονίαμα
stucco, plaster, Hp. Epid. 7.11, Arist. GA 726b27, Col. 791b27, 794b32, Thphr. CP 4.16.1, PSI 5.545.19 (iii B.C.), etc.: in pl., οἰκοδομαὶ πολυτελεῖς καὶ κονιάματα D.S. 20.8; also, whitewashing, D. 13.30.
συνωνέομαι
II buy up, σῖτον Lys. 22.6, X. HG 5.4.56; μαθήματα Pl. Sph. 224b; θηρία Plu. Brut. 21:— Pass., προσέταξεν [χρυσὸν] συνωνηθῆναι POxy. 2106.4 (iv A.D.):—the pf συνεώνημαι is used as Pass., ὁ συνεωνημένος [σῖτος] corn bought up, Lys. 22.12; but with act. sense in D. 13.30, 23.208.
ὑπερήφανος
overweening, arrogant, Hes. Th. 149, Pi., B. ll. cc., A. Pr. 405 (lyr.), Isoc. 12.196, D. 4.9, Phld. Vit. p.10 J., etc.; Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται LXX Pr. 3.34; ὑβρισταὶ καὶ ὑ. Arist. Rh. 1390b33; -ώτεροι . . καὶ ἀλογιστότεροι ib. 1391a33; οἰκίαι -ώτεραι D. 13.30. Adv., -νως ἔχειν bear oneself proudly, Pl. R. 399b, Tht. 175b; ὑ. ζῶντες living sumptuously, prodigally, Isoc. 4.152, Pl. Lg. 691a; ὀψωνεῖν . . οὐχὶ μετρίως . . , ἀλλʼ ὑ. Diph. 32.20; of a dish, ὑ. ὄζειν Alex. 261.6 (but also, insolently, brutally, μαστιγοῦν τινα prob. in PCair.Zen. 80.4 (iii B. C.)).—This sense appears in Hom. in the part. ὑπερηφανέων (q. v.).