Scaife ATLAS

CTS Library / περὶ συντάξεως

περὶ συντάξεως (25)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg013.perseus-grc2:25
Refs {'start': {'reference': '25', 'human_reference': 'Section 25'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ταῦτα δʼ ὑμῖν ἐπελήλυθε πράττειν, οὐχ ὅτι τὰς φύσεις χείρους ἐστὲ τῶν προγόνων, ἀλλʼ ὅτι τοῖς μὲν ἐφʼ αὑτοῖς παρειστήκει μέγα φρονεῖν, ὑμῶν δʼ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περιῄρηται τοῦτο. ἔστι δʼ οὐδέποτʼ, οἶμαι, δυνατὸν μικρὰ καὶ φαῦλα πράττοντας μέγα καὶ νεανικὸν φρόνημα λαβεῖν, ὥσπερ οὐδὲ λαμπρὰ καὶ καλὰ πράττοντας μικρὸν καὶ ταπεινὸν φρονεῖν· ὁποῖʼ ἄττα γὰρ ἂν τἀπιτηδεύματα τῶν ἀνθρώπων , τοιοῦτον ἀνάγκη καὶ τὸ φρόνημʼ ἔχειν.

Tokens

ταῦτα 1 w 5
δʼ 1 w 7
ὑμῖν 1 w 11
ἐπελήλυθε 1 w 20
πράττειν 1 w 28
οὐχ 1 w 32
ὅτι 1 w 35
τὰς 1 w 38
φύσεις 1 w 44
χείρους 1 w 51
ἐστὲ 1 w 55
τῶν 1 w 58
προγόνων 1 w 66
ἀλλʼ 1 w 71
ὅτι 2 w 74
τοῖς 1 w 78
μὲν 1 w 81
ἐφʼ 1 w 84
αὑτοῖς 1 w 90
παρειστήκει 1 w 101
μέγα 1 w 105
φρονεῖν 1 w 112
ὑμῶν 1 w 117
δʼ 2 w 119
1 w 121
ἄνδρες 1 w 127
Ἀθηναῖοι 1 w 135
περιῄρηται 1 w 146
τοῦτο 1 w 151
ἔστι 1 w 156
δʼ 3 w 158
οὐδέποτʼ 1 w 166
οἶμαι 1 w 172
δυνατὸν 1 w 180
μικρὰ 1 w 185
καὶ 1 w 188
φαῦλα 1 w 193
πράττοντας 1 w 203
μέγα 2 w 207
καὶ 2 w 210
νεανικὸν 1 w 218
φρόνημα 1 w 225
λαβεῖν 1 w 231
ὥσπερ 1 w 237
οὐδὲ 1 w 241
λαμπρὰ 1 w 247
καὶ 3 w 250
καλὰ 1 w 254
πράττοντας 2 w 264
μικρὸν 1 w 270
καὶ 4 w 273
ταπεινὸν 1 w 281
φρονεῖν 2 w 288
ὁποῖʼ 1 w 294
ἄττα 1 w 298
γὰρ 1 w 301
ἂν 1 w 303
τἀπιτηδεύματα 1 w 316
τῶν 2 w 319
ἀνθρώπων 1 w 327
1 w 328
τοιοῦτον 1 w 337
ἀνάγκη 1 w 343
καὶ 5 w 346
τὸ 2 w 348
φρόνημʼ 1 w 355
ἔχειν 1 w 360

Dictionary Citations

LSJ

φρονέω
b μέγα φρονεῖν to be high- minded, have high thoughts, to be high- spirited, Il. 11.296, 13.156; of lions and boars, 16.758, 11.325, cf. X. Cyr. 7.5.62; φρονεῖ γὰρ ὡς γυνὴ μέγα S. OT 1078, cf. Lys. 2.48, Isoc. 4.132; in Att., freq. in bad sense, to be presumptuous, ἐφʼ ἑαυτῷ, ἑαυτοῖς μέγα φ., Th. 6.16, X. HG 7.1.27 (also μεγάλα φ. Ar. Ach. 988; φ. ἐφʼ αὑτῷ τηλικοῦτον ἡλίκον εἰκός . . D. 21.62): with Comp., μεῖζον φ. to have over-high thoughts, X. An. 5.6.8 (but simply, pluck up courage, ἐπὶ τῷ γεγενημένῳ Id. HG 3.5.21); φ. μεῖζον ἢ κατʼ ἄνδρα S. Ant. 768; μεῖζον τοῦ δέοντος Isoc. 7.7, cf. 6.34: rarely in pl., μείζω τῆς δίκης φ. E. Heracl. 933; with Sup., οἱ μέγιστον φρονοῦντες Pl. Phdr. 257e; ἐφʼ ἱππικῇ X. Ages. 2.5; also μάλιστα φ. ἐπί τινι D. 28.2; ἐπὶ τοῖς προγόνοις οὐ μεῖον φ. X. Eq.Mag. 7.3, cf. Ap. 24; take pride in, ἐπὶ παιδεύσει μέγα φρονοῦντες Pl. Prt. 342d; φ. ἐπὶ τῇ ὥρᾳ θαυμάσιον ὅσον Id. Smp. 217a; also φ. εἰς ἡμᾶς μέγα E. Hipp. 6; περὶ τὸ γράφειν λόγους Aeschin. 2.125; μέγα φ. ὅτι . . X. Cyr. 2.3.13; μέγα φ. ὡς εὖ ἐρῶν Pl. Smp. 198d; μέγα φ. μὴ ὑπείξειν haughty in their resolution not to . . , X. HG 5.4.45: later φ. alone, = μέγα φ., φρονήσας ἐφʼ αὑτῷ Paus. 1.12.5; διὰ τὸν πατέρα ἀξιώματι προέχοντα Id. 4.1.2: opp. σμικρὸν φ. to be poor- spirited, S. Aj. 1120; μικρὸν φ. Isoc. 4.151; μικρὸν καὶ ταπεινὸν φ. D. 13.25, etc.; ἧσσον, ἔλασσον φ. τινος, E. Andr. 313, Ph. 1128; φ. ἔλαττον ἢ πρότερον Isoc. 12.47, etc.; οὐ σμικρὸν φ. ἐς τὰς Ἀθήνας E. Heracl. 386: also μετριώτερον πρὸς ἡμᾶς φ. X. Cyr. 4.3.7.