Scaife ATLAS

CTS Library / περὶ συντάξεως

περὶ συντάξεως (24)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg013.perseus-grc2:24
Refs {'start': {'reference': '24', 'human_reference': 'Section 24'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ πρότερον τούτου Περδίκκᾳ τῷ κατὰ τὴν τοῦ βαρβάρου ποτʼ ἐπιστρατείαν βασιλεύοντι Μακεδονίας, τοὺς ἀναχωροῦντας ἐκ Πλαταιῶν τῶν βαρβάρων ἀπὸ τῆς ἥττης διαφθείραντι καὶ τέλειον τἀτύχημα ποιήσαντι τῷ βασιλεῖ, οὐκ ἐψηφίσαντο πολιτείαν, ἀλλʼ ἀτέλειαν ἔδωκαν μόνον, μεγάλην καὶ τιμίαν, οἶμαι, καὶ σεμνὴν τὴν αὑτῶν πατρίδʼ ἡγούμενοι καὶ πάσης μείζονʼ εὐεργεσίας. νῦν δʼ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φθόρους ἀνθρώπους οἰκοτρίβων οἰκότριβας, τιμὴν ὥσπερ ἄλλου του τῶν ὠνίων λαμβάνοντες, ποιεῖσθε πολίτας.

Tokens

καὶ 1 w 3
πρότερον 1 w 11
τούτου 1 w 17
Περδίκκᾳ 1 w 25
τῷ 1 w 27
κατὰ 1 w 31
τὴν 1 w 34
τοῦ 1 w 37
βαρβάρου 1 w 45
ποτʼ 1 w 49
ἐπιστρατείαν 1 w 61
βασιλεύοντι 1 w 72
Μακεδονίας 1 w 82
τοὺς 1 w 87
ἀναχωροῦντας 1 w 99
ἐκ 1 w 101
Πλαταιῶν 1 w 109
τῶν 1 w 112
βαρβάρων 1 w 120
ἀπὸ 1 w 123
τῆς 1 w 126
ἥττης 1 w 131
διαφθείραντι 1 w 143
καὶ 2 w 146
τέλειον 1 w 153
τἀτύχημα 1 w 161
ποιήσαντι 1 w 170
τῷ 2 w 172
βασιλεῖ 1 w 179
οὐκ 1 w 183
ἐψηφίσαντο 1 w 193
πολιτείαν 1 w 202
ἀλλʼ 1 w 207
ἀτέλειαν 1 w 215
ἔδωκαν 1 w 221
μόνον 1 w 226
μεγάλην 1 w 234
καὶ 3 w 237
τιμίαν 1 w 243
οἶμαι 1 w 249
καὶ 4 w 253
σεμνὴν 1 w 259
τὴν 2 w 262
αὑτῶν 1 w 267
πατρίδʼ 1 w 274
ἡγούμενοι 1 w 283
καὶ 5 w 286
πάσης 1 w 291
μείζονʼ 1 w 298
εὐεργεσίας 1 w 308
νῦν 1 w 312
δʼ 2 w 314
1 w 316
ἄνδρες 1 w 322
Ἀθηναῖοι 1 w 330
φθόρους 1 w 338
ἀνθρώπους 1 w 347
οἰκοτρίβων 1 w 357
οἰκότριβας 1 w 367
τιμὴν 1 w 373
ὥσπερ 1 w 378
ἄλλου 1 w 383
του 2 w 386
τῶν 3 w 389
ὠνίων 1 w 394
λαμβάνοντες 1 w 405
ποιεῖσθε 1 w 414
πολίτας 1 w 421

Dictionary Citations

LSJ

οἰκότριψ
a slave born and bred in the house, Att. for οἰκογενής ( EM 590.15), οἰ. κλώψ, of a mouse (cf. οἰκόσιτος II), Babr. 107.2 ; as a term of abuse, ᾡκότριψ Εὐριπίδης the slave E., Ar. Th. 426 ; οἰκοτρίβων οἰκότριβας D. 13.24 ; μετὰ τῶν οἰ. παίζειν Ael. VH 12.15 : metaph., οἰκότριβες ἐν φιλοσοφίᾳ Phld. Acad.Ind. p.19M.
φθόρος
II pestilent fellow, Ar. Eq. 1151, D. 13.24; of a woman, Ar. Th. 535; φθόρος ἀργυρίω Theoc. 15.18.