LSJ
equal in size, strength, or number, c. dat., κύματα ἶσα ὄρεσσιν Od. 3.290, etc.; freq. of appearance, like, ἶσος ἀναύδῳ 10.378; ἶσος Ἄρευι Sapph. 91 (dub.); ἴσος θεοῖσιν Ead.2.1: freq.abs., ἴσην . . βίην καὶ κῦδος Il. 7.205; ἶσον θυμὸν ἔχειν to be of like mind, 13.704, 17.720: neut. as Adv., ἶσον ἐμοὶ φρονέουσα 15.50; θεοῖσιν ἶσʼ ἔθελε φρονέειν 5.441, cf. 21.315, etc.; ἴσος τινὶ τὸ μέγαθος, ὕψος, Hdt. 2.32, 124; τὸ μῆκος, τὸ πλάτος, X. An. 5.4.32; ἀριθμόν E. Supp. 662; ἴσα τὸν ἀ. Pl. R. 441c; ποτὴν ἴσον equal in flight of song, Alex.Aet. 5.5; ἴσον, τό, copy of a document, PLond. 3.1222.5 (ii A.D.), etc.: with dat. pers. in place of an object of comparison, οὐ μὲν σοί ποτε ἶσον ἔχω γέρας (i.e. τῷ σῷ γέραϊ) Il. 1.163; τοῖσδʼ ἴσας ναῦς (i.e. ταῖς τῶνδε) E. IA 262 (lyr.); ἴσα τοῖς νῦν στρατηγοῖς ἀγάθʼ εἰργασμένους D. 13.21: folld. by a relative word, ἐμοὶ ἴσον . . , ὅσονπερ ὑμῖν the same to me as to you, Ar. Ec. 173; τὰ ἐκεῖ ἴσα, ὥσπερ τὰ ἐνθάδε Lys. 19.36 codd. (fort. σᾶ) ; τὰ ἴσα ὅσαπερ . . Lex ap. D. 23.44; ἴσον . . ὅπερ Pl. Erx. 405b.
A
make to stand, set up, πελέκεας ἑξείης Od. 19.574; ἔγχος μέν ῥʼ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα he set it against the pillar, 1.127, cf. Il. 15.126; ἱ. ἱστόν set up the loom, or raise the mast (v. ἱστός I and ΙΙ); κρητῆρας στήσασθαι to have bowls set up, Od. 2.431; θεοῖς . . κρητῆρα στήσασθαι in honour of the gods, Il. 6.528; στῆσαί τινα ὀρθόν, στ. ὀρθὰν καρδίαν, Pi. P. 3.53, 96; ὀρθῷ στ. ἐπὶ σφυρῷ Id. I. 7(6).13; ἐς ὀρθὸν ἱ. τινά E. Supp. 1230; ὁ Ξανθίας τὸν φαλλὸν ὀρθὸν στησάτω Ar. Ach. 243; ὀρθὸν οὖς ἵστησιν S. El. 27; στῆσαι λόγχας, for battle, Id. Ant. 145 (lyr.); esp. raise buildings, statues, trophies, etc., ἱ. ἀνδριάντα Hdt. 2.110; τροπαῖα S. Tr. 1102; τροπαῖον ἱ. τῶν πολεμίων Isoc. 4.150, cf. IG 2(2).1457.26; τροπαῖον στησάμενοι X. HG 2.4.7; τροπαῖον ἂν στήσαιτο τῶν ταύτης τρόπων Ar. Pl. 453; τὰ μακρὰ στῆσαι τείχη Th. 1.69; ἱ. τινὰ χαλκοῦν set him up in brass, raise a brazen statue to him, D. 13.21, 19.261 (so in pf., stand, οὗτος ἕστηκε λίθινος Hdt. 2.141:— Pass., σφυρήλατος ἐν Ὀλυμπία στάθητι Pl. Phdr. 236b; σταθῆναι χαλκοῦς Arist. Rh. 1410a33).
f
σ. στρατηγίας And. 1.147, Dinsmoor Archons of Athens 7; ναυμαχίαν, πόλεμον, D. 13.21, 49.25: with neut. Adj., do a thing as general, τοῦτο X. An. 7.6.40; πάντα ὑπὲρ Φιλίππου carry on the whole war in Philipʼs favour, D. 3.6; τοιαῦτα σ. manage matters so in his command, Hdt. 9.107; εἰ μὲν ἄλλο τι καλῶς ἐστρ. X. HG 6.5.51 — Pass., τὰ στρατηγούμενα D. 4.25,47.
b
χ. Ζεύς, χ. Ποσειδέων, a bronze statue of . . , Hdt. 9.81; χ. ταῦρος Pi. P. 1.95; ἡ χαλκῆ Ἀθηνᾶ D. 19.272; ἱστάναι τινὰ χαλκοῦν Id. 13.21; ἄξιος σταθῆναι χαλκοῦς Arist. Rh. 1410a33; στήλη ἐφʼ ᾗ ὁ στρατηγός ἐστιν ὁ χαλκοῦς And. 1.38; cf. χαλκῆ.