Scaife ATLAS

CTS Library / περὶ συντάξεως

περὶ συντάξεως (12)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg013.perseus-grc2:12
Refs {'start': {'reference': '12', 'human_reference': 'Section 12'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἤδη δέ τις εἶπεν ἄνδρες Ἀθηναῖοί που λέγων, οὐχ ὑμῶν τῶν πολλῶν, ἀλλὰ τῶν διαρρηγνυμένων εἰ ταῦτα γενήσεται, τί δʼ ὑμῖν ἐκ τῶν Δημοσθένους λόγων ἀγαθὸν γέγονεν; παρελθὼν ὑμῶν, ὅταν αὐτῷ δόξῃ, ἐνέπλησε τὰ ὦτα λόγων, καὶ διέσυρε τὰ παρόντα, καὶ τοὺς προγόνους ἐπῄνεσεν, καὶ μετεωρίσας καὶ φυσήσας ὑμᾶς κατέβη.

Tokens

ἤδη 1 w 3
δέ 1 w 5
τις 1 w 8
εἶπεν 1 w 13
1 w 14
ἄνδρες 1 w 20
Ἀθηναῖοί 1 w 28
που 1 w 31
λέγων 1 w 36
οὐχ 1 w 40
ὑμῶν 1 w 44
τῶν 1 w 47
πολλῶν 1 w 53
ἀλλὰ 1 w 58
τῶν 2 w 61
διαρρηγνυμένων 1 w 75
εἰ 1 w 77
ταῦτα 1 w 82
γενήσεται 1 w 91
τί 1 w 94
δʼ 1 w 96
ὑμῖν 1 w 100
ἐκ 1 w 102
τῶν 3 w 105
Δημοσθένους 1 w 116
λόγων 1 w 121
ἀγαθὸν 1 w 127
γέγονεν 1 w 134
παρελθὼν 1 w 143
ὑμῶν 2 w 147
ὅταν 1 w 152
αὐτῷ 1 w 156
δόξῃ 1 w 160
ἐνέπλησε 1 w 169
τὰ 1 w 171
ὦτα 1 w 174
λόγων 2 w 179
καὶ 1 w 183
διέσυρε 1 w 190
τὰ 2 w 192
παρόντα 1 w 199
καὶ 2 w 203
τοὺς 1 w 207
προγόνους 1 w 216
ἐπῄνεσεν 1 w 224
καὶ 3 w 228
μετεωρίσας 1 w 238
καὶ 4 w 241
φυσήσας 1 w 248
ὑμᾶς 1 w 252
κατέβη 1 w 258

Dictionary Citations

LSJ

διασύρω
tear in pieces, κρέα prob. in Theopomp.Hist. 76: metaph., pull to pieces, i.e. to disparage, ridicule, Alex. 141.11, 237; διεσύρε τὰ παρόντα D. 13.12, al.; λοιδορούμενος καὶ διασύρων Id. 18.180, cf. Plb. 4.3.13, Phld. Ir. p.59 W., etc.
μετεωρίζω
II buoy up, elevate, esp. with false hopes, μ. καὶ φυσήσας ὑμᾶς D. 13.12, cf. Hegem. ap. Ath. 15.698d, Plb. 25.3.4; τοὺς Ἀθηναίους διʼ ἐπιστολῶν Posidon. 36 J.; παραθαρρύνας καὶ μετεωρίσας Plu. Dem. 18; unsettle a manʼs mind, Plb. 5.70.10:— Pass., to be elevated, ὑπὸ λόγων ὁ νοῦς -ίζεται Ar. Av. 1447; μετεωρισθεὶς καὶ περιχαρὴς γενόμενος ἐπί τινι Plb. 3.70.1; μεμετεωρισμένοι ταῖς νίκαις D.S. 11.32; also, to be anxious, POxy. 1679.16 (iii A.D.), perh. in this sense Ev.Luc. 12.29.
φυσάω
2 puff one up, make him vain, and so cheat him, D. 13.12, 59.38; φ. αὐτὸς ἑαυτόν Aristaenet. 1.27:— Pass., to be puffed up, ἐπὶ δυνάμει X. Mem. 1.2.25, cf. D. 59.97, Arr. Epict. 2.16.10; ὑπὸ τῆς τύχης Plu. Adul. 2.68f; πεφυσημένοι τὴν ψυχήν D.Chr. 30.19.