Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν ἐπιστολήν τὴν Φιλίππου

πρὸς τὴν ἐπιστολήν τὴν Φιλίππου (5)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg011.perseus-grc2:5
Refs {'start': {'reference': '5', 'human_reference': 'Section 5'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἔτι τοίνυν (οὐδὲ γὰρ τοῦτʼ ἔστι μικρόν) οἱ κατὰ τὴν Ἀσίαν σατράπαι καθεστῶτες ἔναγχος μὲν ξένους μισθοφόρους εἰσπέμψαντες ἐκώλυσαν ἐκπολιορκηθῆναι Πέρινθον, νῦν δὲ τῆς ἔχθρας αὐτοῖς ἐνεστώσης καὶ τοῦ κινδύνου πλησίον ὄντος, εἰ χειρωθήσεται Βυζάντιον,

Tokens

ἔτι 1 w 3
τοίνυν 1 w 9
οὐδὲ 1 w 14
γὰρ 1 w 17
τοῦτʼ 1 w 22
ἔστι 1 w 26
μικρόν 1 w 32
οἱ 1 w 35
κατὰ 1 w 39
τὴν 1 w 42
Ἀσίαν 1 w 47
σατράπαι 1 w 55
καθεστῶτες 1 w 65
ἔναγχος 1 w 72
μὲν 1 w 75
ξένους 1 w 81
μισθοφόρους 1 w 92
εἰσπέμψαντες 1 w 104
ἐκώλυσαν 1 w 112
ἐκπολιορκηθῆναι 1 w 127
Πέρινθον 1 w 135
νῦν 1 w 139
δὲ 2 w 141
τῆς 1 w 144
ἔχθρας 1 w 150
αὐτοῖς 1 w 156
ἐνεστώσης 1 w 165
καὶ 1 w 168
τοῦ 2 w 171
κινδύνου 1 w 179
πλησίον 1 w 186
ὄντος 1 w 191
εἰ 2 w 194
χειρωθήσεται 1 w 206
Βυζάντιον 1 w 215

Dictionary Citations

LSJ

χειρόω
III Pass., to be mastered, conquered, subdued, πρὸς βίαν χειρούμενον Τυφῶνα A. Pr. 355, cf. S. Tr. 279, E. El. 1168: fut. χειρωθήσομαι D. 11.5: aor. ἐχειρώθην Hdt. 3.120, 145, al.; χειρωθεὶς βίᾳ S. OC 903, cf. Tr. 1057; χειρωθῆναι σφίσιν Th. 8.71: pf. κεχείρωμαι Id. 5.96; κεχειρωμένας ἄγεσθαι to be led captive, A. Th. 326 (lyr.); αἰχμαλώτους κεχ. Pl. Lg. 919a.