Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν ἐπιστολήν τὴν Φιλίππου

πρὸς τὴν ἐπιστολήν τὴν Φιλίππου (18)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg011.perseus-grc2:18
Refs {'start': {'reference': '18', 'human_reference': 'Section 18'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ τῷ μὲν ὑπάρχουσι μισθοφόροι στρατιῶται, καὶ νὴ Δία πρὸς τούτοις τῶν παρʼ ἡμῖν ῥητόρων τινές, οἳ τὰς παρʼ ἐκείνου δωρεὰς οἴκαδε λαμβάνειν νομίζοντες οὐκ αἰσχύνονται Φιλίππῳ ζῶντες, οὐδʼ αἰσθάνονται πάντα καὶ τὰ τῆς πόλεως καὶ τὰ σφῶν αὐτῶν μικροῦ λήμματος πωλοῦντες. ἡμεῖς δʼ οὔτε τῶν ἐκείνου πραγμάτων οὐδὲν στασιάζειν παρασκευάζομεν, οὔτε ξενοτροφεῖν ἐθέλομεν, οὔτε στρατεύεσθαι τολμῶμεν.

Tokens

καὶ 1 w 3
τῷ 1 w 5
μὲν 1 w 8
ὑπάρχουσι 1 w 17
μισθοφόροι 1 w 27
στρατιῶται 1 w 37
καὶ 2 w 41
νὴ 1 w 43
Δία 1 w 46
πρὸς 1 w 50
τούτοις 1 w 57
τῶν 1 w 60
παρʼ 1 w 64
ἡμῖν 1 w 68
ῥητόρων 1 w 75
τινές 1 w 80
οἳ 1 w 83
τὰς 1 w 86
παρʼ 2 w 90
ἐκείνου 1 w 97
δωρεὰς 1 w 103
οἴκαδε 1 w 109
λαμβάνειν 1 w 118
νομίζοντες 1 w 128
οὐκ 1 w 131
αἰσχύνονται 1 w 142
Φιλίππῳ 1 w 149
ζῶντες 1 w 155
οὐδʼ 1 w 160
αἰσθάνονται 1 w 171
πάντα 1 w 176
καὶ 3 w 179
τὰ 2 w 181
τῆς 1 w 184
πόλεως 1 w 190
καὶ 4 w 193
τὰ 3 w 195
σφῶν 1 w 199
αὐτῶν 1 w 204
μικροῦ 1 w 210
λήμματος 1 w 218
πωλοῦντες 1 w 227
ἡμεῖς 1 w 233
δʼ 2 w 235
οὔτε 1 w 239
τῶν 3 w 242
ἐκείνου 2 w 249
πραγμάτων 1 w 258
οὐδὲν 1 w 263
στασιάζειν 1 w 273
παρασκευάζομεν 1 w 287
οὔτε 2 w 292
ξενοτροφεῖν 1 w 303
ἐθέλομεν 1 w 311
οὔτε 3 w 316
στρατεύεσθαι 1 w 328
τολμῶμεν 1 w 336

Dictionary Citations

LSJ

ξενοτροφέω
maintain mercenary troops, Th. 7.48, Isoc. 8.46, Aen. Tact. 13.1, D. 11.18, LXX 2 Ma. 10.14, Plu. Apophth. Lac. 2.214d ; ξ. μεγάλας δυνάμεις D.S. 1.67 :— Pass., Aen. Tact. 13.4.
πωλέω
sell or offer for sale, opp. ὠνεῖσθαι, Hdt. 1.165, 196, etc.; opp. ἀποδίδοσθαι (of the actual sale), X. Smp. 8.21, cf. Mem. 2.5.5 ( Pass.); μετʼ ἀβακίου καὶ τραπεζίου π. ἑαυτόν sell oneself across the counter, Lys. Fr. 50: c. gen. pretii, ἐπώλεε ἐς Σάρδις χρημάτων μεγάλων sold at a high price for exportation to Sardis, Hdt. 8.105, cf. Ar. l.c.; πωλέω οὐδενὸς χρήματος refuse to sell it at any price, Hdt. 3.139; τὰ ξύμπαντα τούτου ἑνὸς ἂν πωλοῖτο Th. 2.60; τῶν πόνων π. ἁμῖν πάντα τἀγάθʼ οἱ θεοί Epich. 287; ἀργυρίου π. τι X. Mem. 1.6.13, etc.; τὰ σφῶν αὐτῶν μικροῦ λήμματος π. D. 11.18; ἔρωμαι ὁπόσου πωλεῖ; ask what he wants for it, X. Mem. 1.2.36; π. δὶς πρὸς ἀργύριον Thphr. HP 9.6.4 ( Pass.); τὴν Ἀσίην πωλῶ πρὸς μύρα AP 11.3; π. τινί τι Stratt. 13.1, cf. X. Hier. 1.13 ( Pass.); τι πρός τινας Hdt. 9.80, Pl. Lg. 741b; ὑπὸ κήρυκος π. τὰ κοινά D. 51.22: abs., carry on business, trade, ἐν τῇ πόλει OGI 629.83 ( Palmyra, ii A.D.); π. πρός τινα deal with one, Ar. Ach. 722; π. πάλιν retail, Pl. Plt. 260d:— Pass., to be sold or offered for sale, εἰν ἀγορῇ πωλεύμενα Hom. Epigr. 14.5, cf. Berl.Sitzb. 1927.160 ( Cyrene), Hdt. 8.105; of a person, to be sold up, POxy. 1477.3 (iii/iv A.D.).
στασιάζω
II revolutionize, throw into confusion, τὴν πόλιν Lys. 18.18; τὰ πράγματα D. 11.18; οἴκους Anon. ap. Stob. 4.31.84; τὴν Ἀντιόχειαν Philostr. VA 6.38:— Pass., in signf. I.3, διὰ τὸ τὰ ἐν τῇ Ῥώμῃ στασιάζεσθαι D.C. 40.32; τὸ ἐστασιασμένον S.E. M. 7.346.—This trans. sense is expressed by στασιάζειν ποιῶ in Isoc. 4.134.