Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν ἐπιστολήν τὴν Φιλίππου

πρὸς τὴν ἐπιστολήν τὴν Φιλίππου (14)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg011.perseus-grc2:14
Refs {'start': {'reference': '14', 'human_reference': 'Section 14'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὅταν μὲν ἐρρωμένος τις, οὐδὲν ἐπαισθάνεται τῶν καθʼ ἕκαστα σαθρῶν, ἐπὰν δʼ ἀρρωστήσῃ, πάντα κινεῖται, κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα κἂν ἄλλο τι τῶν ὑπαρχόντων μὴ τελέως ὑγιεινόν· οὕτω καὶ τῶν βασιλειῶν καὶ ἁπασῶν τῶν δυναστειῶν, ἕως μὲν ἂν ἐν τοῖς πολέμοις κατορθῶσιν, ἀφανῆ τὰ κακά ἐστι τοῖς πολλοῖς, ἐπὰν δέ τι πταίσωσιν, νῦν παθεῖν εἰκὸς ἐκεῖνον μεῖζον φορτίον καθʼ αὑτὸν αἰρόμενον, γίγνεται φανερὰ τὰ δυσχερῆ πάντα τοῖς ἅπασιν.

Tokens

ὅταν 1 w 4
μὲν 1 w 7
ἐρρωμένος 1 w 16
1 w 17
τις 1 w 20
οὐδὲν 1 w 26
ἐπαισθάνεται 1 w 38
τῶν 1 w 41
καθʼ 1 w 45
ἕκαστα 1 w 51
σαθρῶν 1 w 57
ἐπὰν 1 w 62
δʼ 1 w 64
ἀρρωστήσῃ 1 w 73
πάντα 1 w 79
κινεῖται 1 w 87
κἂν 1 w 91
ῥῆγμα 1 w 96
κἂν 2 w 99
στρέμμα 1 w 106
κἂν 3 w 109
ἄλλο 1 w 113
τι 2 w 115
τῶν 2 w 118
ὑπαρχόντων 1 w 128
2 w 129
μὴ 1 w 131
τελέως 1 w 137
ὑγιεινόν 1 w 145
οὕτω 1 w 150
καὶ 1 w 153
τῶν 3 w 156
βασιλειῶν 1 w 165
καὶ 2 w 168
ἁπασῶν 1 w 174
τῶν 4 w 177
δυναστειῶν 1 w 187
ἕως 1 w 191
μὲν 2 w 194
ἂν 4 w 196
ἐν 1 w 198
τοῖς 1 w 202
πολέμοις 1 w 210
κατορθῶσιν 1 w 220
ἀφανῆ 1 w 226
τὰ 1 w 228
κακά 1 w 232
ἐστι 1 w 236
τοῖς 2 w 240
πολλοῖς 1 w 247
ἐπὰν 2 w 252
δέ 1 w 254
τι 4 w 256
πταίσωσιν 1 w 265
1 w 267
νῦν 1 w 270
παθεῖν 1 w 276
εἰκὸς 1 w 281
ἐκεῖνον 1 w 288
μεῖζον 1 w 294
φορτίον 1 w 301
1 w 302
καθʼ 2 w 306
αὑτὸν 1 w 311
αἰρόμενον 1 w 320
γίγνεται 1 w 329
φανερὰ 1 w 335
τὰ 2 w 337
δυσχερῆ 1 w 344
πάντα 2 w 349
τοῖς 3 w 353
ἅπασιν 1 w 359

Dictionary Citations

LSJ

ἐπαισθάνομαι
have a perception or feeling of, c. gen. objecti, μῶν Ὀδυσσέως ἐπῃσθόμην; S. Ph. 1296; ὀμφῆς τῆς ἐμῆς Id. OC 1351, cf. Ant. 1183; διαφορᾶς Epicur. Nat. 14.10; esp. of symptoms of disease, τῶν καθʼ ἕκαστα σαθρῶν D. 11.14: hence abs., ἐ. τι τῷ σώματι to be indisposed, D.C. 52.24.
ῥῆγμα
breakage, fracture, joined with σπάσμα, Hp. Aër. 4, cf. D. 18.198, Dsc. 3.74; with στρέμμα (a strain), D. 2.21, 11.14.
στρέμμα
II wrench, strain, sprain, Hp. Off. 23; κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα D. 2.21, 11.14, cf. Dsc. 1.85, Gal. 10.890.
φορτίον
4 μεῖζον φ. ἢ καθʼ αὑτὸν αἰρόμενον taking too heavy a burden upon him, D. 11.14; μέγα τὸ φ. Antiph. 3; οὐκ ἔστιν οὐδὲν βαρύτερον τῶν φορτίων . . γυναικός Id. 329; οὔτοι τὸ γῆράς ἐστιν . . τῶν φ. μέγιστον Anaxandr. 53; τὸ φ. μου ἐλαφρόν ἐστιν Ev.Matt. 11.30; χρυσοῦν φ., of wealth, Secund. Sent. 9. ( Dim. only in form, commonly used for φόρτος in Com. and Prose; wrongly condemned as un-Attic by Moer. p.393P., Thom.Mag. p.16R.)