LSJ
2
τὰ εἰρημένα ἐς ἀ. πολλὴν ἀπῖκται Hdt. 1.193; πολλὰς ἀπιστίας ἔχει it admits of many doubts, Pl. R. 450c; ὁ λόγος εἰς ἀ. καταπίπτει Id. Phd. 88d; καταβαλεῖν τινὰ εἰς ἀ. ib.c; ἀ. παρέχειν ib. 86e (interpol.); ἀτοπία καὶ ἀπιστία incredibility, Isoc. 17.48; ταῦτʼ ἀπιστίαν ἔχει D. 10.44.
III
of another kind, different, ἕ. δέ με θυμὸς ἔρυκεν Od. 9.302; τὸ μὲν ἕ., τὸ δὲ ἕ., i.e. they are different, Pl. Men. 97d, cf. R. 346a; ἕ. τε καὶ ἀνόμοιον Id. Smp. 186b; τὸ δὲ ταὐτὸν ἕ. ἀποφαίνειν καὶ τὸ θάτερον ταὐτόν Id. Sph. 259d; ἕ. ἤδη ἦν καὶ οὐχ ὁ αὐτός D. 34.12; ἑτέραν ἔδωκεν παντὶ τῷ κόσμῳ ὄψιν OGI 458.7 (i B. C.); ἕ. εὐαγγέλιον Ep.Gal. 1.6: coupled with ἄλλος, χἀτέρους ἄλλους πόνους and other different toils, E. Supp. 573 (s.v.l.), cf. Or. 345 (dub.l.); Ῥόδον καὶ ἄλλας ἑτέρας πόλεις D. 15.27; ἕτερον τό τʼ ἀλγεῖν καὶ θεωρεῖν ἐστʼ ἴσως Philem. 75.7; ἕτερα φρονῶν καὶ δημηγορῶν Din. 1.17: c.gen., other than, different from, φίλους . . ἑτέρους τῶν νῦν ὄντων Th. 1.28, cf. Pl. Prt. 333a, D. 10.44, etc.; ἕτερον, ἕτερα ἢ . . , E. Or. 345, X. Cyr. 1.6.2; παρὰ ταῦτα πάντα ἕτερόν τι Pl. Phd. 74a ; ἕτερα πολιτείας εἴδη παρὰ μοναρχίαν Arist. Pol. 1294a25, cf. 1286b21.
11
involve, admit of, τά γʼ αἰσχρὰ κἀνθάδʼ αἰσχύνην ἔχει E. Andr. 244, cf. Th. 1.5; βάσανον Lys. 12.31; ταῦτʼ ἀπιστίαν, ταῦτʼ ὀργὴν ἔχει D. 10.44; ἀγανάκτησιν, κατάμεμψιν, Th. 2.41; τὰ ἀόρατα νοσήματα δυσχερεστέραν ἔχει τὴν θεραπείαν Onos. 1.15.
carry over, transfer, τοὺς ἐπιβάτας ἐς κοίλην ναῦν X. HG 1.6.19; τὴν γλῶσσαν τῶν ταρσῶν, i. e. from ankle to ankle, Procop. Arc. 4; τινὰ ἐπὶ θάτερα Pl. Lg. 795c; εἰς ἀγαθά Ar. Pax 947 (lyr.); τὸ ἀπὸ τῶν κοινῶν ἔθος ἐπὶ τὰ ἴδια D. 10.44; μ. πόλεμον ἐπὶ τὴν Λιβύην Plb. 1.41.4; τὸν λόγον ἐπί τι D.S. 4.7; [ τὰς ψυχὰς] εἰς ἕτερον ἐξ ἑτέρου ζῷον Diog.Oen. 35.
II
anger, wrath, ὀργῇ χρῆσθαι to be in a passion, Hdt. 6.85, S. OT 1241; ὀργὴν ποιήσασθαι Hdt. 3.25 ; ὀργὴν ποιεῖσθαι εἰ . . Th. 4.122 ; ὀργῇ χάριν δοῦναι S. OC 855 ; ὀργῇ εἶξαι, χαρίζεσθαι, E. Hel. 80, Fr. 31 ; ὀργὴν ἔχειν τινί Ar. Pax 659 (but ὀ. ἔχει involves anger, D. 10.44); διʼ ὀργῆς ἔχειν τινά Th. 5.46 ; ἐν ὀργῇ ἔχειν, ποιεῖσθαί τινα, Id. 2.65, D. 1.16 ; οὐ τίθεται ταῦτα παρʼ ὑμῖν εἰς . . ἣν προσῆκεν ὀ. Id. 18.138 ; εἰς ὀργὴν πεσεῖν E. Or. 696, etc. ; ὀργῇ περιπεπτωκέναι D. Ep. 2.14; ἀνιέναι τῆς ὀργῆς, ὀργὴν χαλᾶν, remit oneʼs anger, be pacified, Ar. Ra. 700, V. 727; ὀ. κατέχειν Philem. 185 ; ὀργῆς κρατεῖν Men. 574 ; ὀ. ἐμποιεῖν τινι make one angry, Pl. Lg. 793e ; ὀργῆς τυγχάνειν to be visited with anger, D. 21.175, etc.; ὀργὴν ἄκρος quick to anger, passionate, Hdt. 1.73: in pl., ὀργὰς ἀφιέναι A. Pr. 317; φαίνειν Id. Ch. 326 (lyr.), al.
3
shatter, crush, τὴν ἐπίνοιαν Ar. V. 1050 (anap.); τὴν ἐλπίδα Demad. 12, cf. D. 10.44 ( Pass.); ὅταν πέσῃ . . , πλεῖστα συντρίβει καλά Men. 531.15; ὁ τρόπος συντρίβει σε Id. Epit. 561; σ. τοὺς διαβεβηκότας Plb. 5.47.1; δέος σ. τὸν ἄνθρωπον Plu. Superst. 2.165b:— Pass., PPetr. 2p.8 (iii B.C.); κινδυνεύσει συντριβῆναι τὰ πράγματα Hell.Oxy. 14.3; συντριβεὶς τῇ διανοίᾳ Plb. 21.13.2; ταῖς ἐλπίσιν D.S. 4.66; τὴν καρδίαν LXX Ps. 146(147).3, Is. 61.1; συνετρίβη ἡ καρδία ib. Je. 23.9, cf. Ps. 50(51).19.