Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου δ΄

κατὰ Φιλίππου δ΄ (25)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg010.perseus-grc2:25
Refs {'start': {'reference': '25', 'human_reference': 'Section 25'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

αἰσχρὸν μὲν νὴ τὸν Δία καὶ πάντας θεοὺς καὶ ἀνάξιον ὑμῶν καὶ τῶν ὑπαρχόντων τῇ πόλει καὶ πεπραγμένων τοῖς προγόνοις, τῆς ἰδίας ῥᾳθυμίας ἕνεκα τοὺς ἄλλους ἅπαντας Ἕλληνας εἰς δουλείαν προέσθαι, καὶ ἔγωγε αὐτὸς μὲν τεθνάναι μᾶλλον ἂν ταῦτʼ εἰρηκέναι βουλοίμην·

Tokens

αἰσχρὸν 1 w 7
μὲν 1 w 10
νὴ 1 w 12
τὸν 1 w 15
Δία 1 w 18
καὶ 1 w 21
πάντας 1 w 27
θεοὺς 1 w 32
καὶ 2 w 35
ἀνάξιον 1 w 42
ὑμῶν 1 w 46
καὶ 3 w 49
τῶν 1 w 52
ὑπαρχόντων 1 w 62
τῇ 1 w 64
πόλει 1 w 69
καὶ 4 w 72
πεπραγμένων 1 w 83
τοῖς 1 w 87
προγόνοις 1 w 96
τῆς 1 w 100
ἰδίας 1 w 105
ῥᾳθυμίας 1 w 113
ἕνεκα 1 w 118
τοὺς 1 w 122
ἄλλους 1 w 128
ἅπαντας 1 w 135
Ἕλληνας 1 w 142
εἰς 1 w 145
δουλείαν 1 w 153
προέσθαι 1 w 161
καὶ 5 w 165
ἔγωγε 1 w 170
αὐτὸς 1 w 175
μὲν 2 w 178
τεθνάναι 1 w 186
μᾶλλον 1 w 192
ἂν 1 w 194
1 w 195
ταῦτʼ 1 w 200
εἰρηκέναι 1 w 209
βουλοίμην 1 w 218

Dictionary Citations

LSJ

θνῄσκω
pres. and impf., die, as well of natural as of violent death; in aor. and pf., to be dead (cf. τί τοὺς θανὅντας οὐκ ἐᾷς τεθνηκέναι; Eup. 12.3 D.; τέθνηκʼ ἔγωγε πρὶν θανεῖν κακῶν ὕπο E. Hec. 431), θανεῖν καὶ πότμον ἐπισπεῖν Il. 7.52, etc.; ζωὸς ἠὲ θανών alive or dead, Od. 4.553, cf. 15.350; ἦ ἤδη τέθνηκε 4.834; ὡς ἄμεινον εἴη τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν Hdt. 1.31, cf. 7.46; τεθνάναι κρεῖττον ἤ . . D. 9.65, cf. 10.25; ἄξιος τεθνάναι Ar. Ra. 1012, etc.; τεθνάτω let him be put to death, IG 1(2).10.29; ἄτιμος τεθ. Lex ap. D. 9.44: freq. in part., νέκυος πέρι τεθνηῶτος Il. 18.173; νεκρὸν . . τεθνηῶτα a dead corpse, Od. 12.10; οἱ τεθνηκότες, οἱ θανόντες, the dead, E. Hec. 278, Eup. l.c., etc.; οὔτε τεθνεῶτα οὔτε ζῶντα Hdt. 4.14; οἴχεται θανών (v. οἴχομαι) ; θανὼν φροῦδος (v. φροῦδος) ; θανόντι συνθανεῖν S. Tr. 798, Fr. 953, cf. E. Supp. 1007 (lyr.); ὁ θανών, opp. ὁ κτανών, S. Ph. 336: pres. with pf. sense, θνῄσκουσι γάρ, for τεθνήκασι, Id. OT 118, cf. E. Hec. 695 (lyr.), Ba. 1041 (lyr.), etc.
προΐημι
6 part., inf., or Adj., ἡμᾶς προέσθαι ἀδικουμένους suffer us to be wronged, Th. 2.73, cf. Plb. 30.7.4; προέμενοι ἀπολέσθαι αὐτούς X. HG 2.3.35; π. τισὶν ὑμᾶς ἐξαπατῆσαι D. 16.3, cf. Lys. 13.23, etc.; π. τὰ ἴδια ἀνομοθέτητα Pl. Lg. 780a; also τοὺς Ἕλληνας εἰς ὅουλείαν π. D. 10.25, cf. 5.15.