pres. and impf., die, as well of natural as of violent death; in aor. and pf., to be dead (cf. τί τοὺς θανὅντας οὐκ ἐᾷς τεθνηκέναι; Eup. 12.3 D.; τέθνηκʼ ἔγωγε πρὶν θανεῖν κακῶν ὕπο E. Hec. 431), θανεῖν καὶ πότμον ἐπισπεῖν Il. 7.52, etc.; ζωὸς ἠὲ θανών alive or dead, Od. 4.553, cf. 15.350; ἦ ἤδη τέθνηκε 4.834; ὡς ἄμεινον εἴη τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν Hdt. 1.31, cf. 7.46; τεθνάναι κρεῖττον ἤ . . D. 9.65, cf. 10.25; ἄξιος τεθνάναι Ar. Ra. 1012, etc.; τεθνάτω let him be put to death, IG 1(2).10.29; ἄτιμος τεθ. Lex ap. D. 9.44: freq. in part., νέκυος πέρι τεθνηῶτος Il. 18.173; νεκρὸν . . τεθνηῶτα a dead corpse, Od. 12.10; οἱ τεθνηκότες, οἱ θανόντες, the dead, E. Hec. 278, Eup. l.c., etc.; οὔτε τεθνεῶτα οὔτε ζῶντα Hdt. 4.14; οἴχεται θανών (v. οἴχομαι) ; θανὼν φροῦδος (v. φροῦδος) ; θανόντι συνθανεῖν S. Tr. 798, Fr. 953, cf. E. Supp. 1007 (lyr.); ὁ θανών, opp. ὁ κτανών, S. Ph. 336: pres. with pf. sense, θνῄσκουσι γάρ, for τεθνήκασι, Id. OT 118, cf. E. Hec. 695 (lyr.), Ba. 1041 (lyr.), etc.
6
part., inf., or Adj., ἡμᾶς προέσθαι ἀδικουμένους suffer us to be wronged, Th. 2.73, cf. Plb. 30.7.4; προέμενοι ἀπολέσθαι αὐτούς X. HG 2.3.35; π. τισὶν ὑμᾶς ἐξαπατῆσαι D. 16.3, cf. Lys. 13.23, etc.; π. τὰ ἴδια ἀνομοθέτητα Pl. Lg. 780a; also τοὺς Ἕλληνας εἰς ὅουλείαν π. D. 10.25, cf. 5.15.