Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου γ΄

κατὰ Φιλίππου γ΄ (54)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg009.perseus-grc2:54
Refs {'start': {'reference': '54', 'human_reference': 'Section 54'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

μὰ τὸν Δία καὶ τοὺς ἄλλους θεοὺς οὐ δυνήσεσθʼ ὑμεῖς ποιῆσαι, ἀλλʼ εἰς τοῦτʼ ἀφῖχθε μωρίας παρανοίας οὐκ ἔχω τί λέγω (πολλάκις γὰρ ἔμοιγʼ ἐπελήλυθε καὶ τοῦτο φοβεῖσθαι, μή τι δαιμόνιον τὰ πράγματʼ ἐλαύνῃ), ὥστε λοιδορίας, φθόνου, σκώμματος, ἧστινος ἂν τύχηθʼ ἕνεκʼ αἰτίας ἀνθρώπους μισθωτούς, ὧν οὐδʼ ἂν ἀρνηθεῖεν ἔνιοι ὡς οὐκ εἰσὶ τοιοῦτοι, λέγειν κελεύετε, καὶ γελᾶτε, ἄν τισι λοιδορηθῶσιν.

Tokens

1 w 1
μὰ 1 w 3
τὸν 1 w 6
Δία 1 w 9
καὶ 1 w 12
τοὺς 1 w 16
ἄλλους 1 w 22
θεοὺς 1 w 27
οὐ 1 w 29
δυνήσεσθʼ 1 w 38
ὑμεῖς 1 w 43
ποιῆσαι 1 w 50
ἀλλʼ 1 w 55
εἰς 1 w 58
τοῦτʼ 1 w 63
ἀφῖχθε 1 w 69
μωρίας 1 w 75
1 w 76
παρανοίας 1 w 85
2 w 86
οὐκ 1 w 89
ἔχω 1 w 92
τί 1 w 94
λέγω 1 w 98
πολλάκις 1 w 107
γὰρ 1 w 110
ἔμοιγʼ 1 w 116
ἐπελήλυθε 1 w 125
καὶ 2 w 128
τοῦτο 1 w 133
φοβεῖσθαι 1 w 142
μή 1 w 145
τι 1 w 147
δαιμόνιον 1 w 156
τὰ 1 w 158
πράγματʼ 1 w 166
ἐλαύνῃ 1 w 172
ὥστε 1 w 178
λοιδορίας 1 w 187
φθόνου 1 w 194
σκώμματος 1 w 204
ἧστινος 1 w 212
ἂν 1 w 214
τύχηθʼ 1 w 220
ἕνεκʼ 1 w 225
αἰτίας 1 w 231
ἀνθρώπους 1 w 240
μισθωτούς 1 w 249
ὧν 1 w 252
οὐδʼ 1 w 256
ἂν 2 w 258
ἀρνηθεῖεν 1 w 267
ἔνιοι 1 w 272
ὡς 1 w 274
οὐκ 2 w 277
εἰσὶ 1 w 281
τοιοῦτοι 1 w 289
λέγειν 1 w 296
κελεύετε 1 w 304
καὶ 3 w 308
γελᾶτε 1 w 314
ἄν 1 w 317
τισι 1 w 321
λοιδορηθῶσιν 1 w 333

Dictionary Citations

LSJ

ἀρνέομαι
4 denial, c. inf., either without μή, deny that . . , A. Eu. 611, E. IA 966; or with μή, say that . . not . . , Ar. Eq. 572, Antipho 3.3.7, etc.; οὐδʼ αὐτὸς ἀρνεῖται μὴ οὐ . . D.C. 50.22; also οὐκ ἂν ἀρνοίμην τὸ δρᾶν S. Ph. 118; ἀ. ὅτι οὐ . . , ὡς οὐ . . , X. Ath. 2.17, Lys. 4.1, D. 9.54.
δαιμόνιον
divine Power, Divinity, Hdt. 5.87, E. Ba. 894 (lyr.), Isoc. 1.13, Pl. R. 382e, etc.; τὸ δαιμόνιον ἄρʼ ἢ θεὸς ἢ θεοῦ ἔργον Arist. Rh. 1398a15, cf. 1419a9; οἱ θεοὶ εἴσονται καὶ τὸ δ. D. 19.239; φοβεῖσθαι μή τι δ. πράγματʼ ἐλαύνῃ some fatality, Id. 9.54; τὰ τοῦ δ. the favours of fortune, Pl. Epin. 992d.
ἐλαύνω
4 drive (to extremities), persecute, plague, οἵ μιν ἄδην ἐλόωσι . . πολέμοιο who will harass him till he has had enough of war, Il. 13.315; ἔτι μέν μίν φημι ἄδην λάαν κακότητος I think I shall persecute him till he has had enough, Od. 5.290; θεὸς ἐλαύνει πόλιν S. OT 28; Ἰωνίαν ἤλασεν βίᾳ A. Pers. 771; μή τι δαιμόνιον τὰ πράγματα ἐλαύνῃ D. 9.54; σὺ δʼ ἀπειλεῖς πᾶσιν, ἐλαύνεις πάντας Id. 21.135, cf. 173:— Pass., ἐλαυνομένων καὶ ὑβριζομένων Id. 18.48; λύπῃ πᾶς ἐλήλαται κακῇ S. Aj. 275; κακοῖς πρός τινος E. Andr. 31; ὑπʼ ἀνάγκης καὶ οἴστρου Pl. Phdr. 240d; τὴν ψυχὴν ἐρωτικῇ μανίᾳ Ael. NA 14.18; ἐλαύνεσθαι τὴν γνώμην to be out of oneʼs mind, Philostr. VS 2.27.5.
λοιδορέω
λοιδορέω, fut. - ήσω D. 40.48: aor. ἐλοιδόρησα E. Med. 873, etc.: pf. λελοιδόρηκα Pl. Phdr. 241e:— Med. and Pass. (v. infr.), fut. - ήσομαι Ar. Eq. 1400, etc.: aor. ἐλοιδορησάμην Is. 6.59; Att. more freq. ἐλοιδορήθην D. 9.54, 54.5 (v. infr.): ( λοίδορος):—
μωρία
folly, Hdt. 1.146; μωρίας πλέως S. Aj. 1150, cf. 745; μωρίην ἐπιφέρειν τισί to impute folly to them, Hdt. 1.131; μωρίαν ὀφλισκάνειν to be charged with it, S. Ant. 470; ἐδόκει μ. εἶναι ταῦτα Th. 5.41; μωρίᾳ φιλονικεῖν foolishly, Id. 4.64; τῆς μ. what folly! Ar. Nu. 818, Ec. 787; εἰς τοῦτʼ ἀφῖχθε μωρίας D. 9.54; πολλὴ μ. τοῦ διανοήματος Pl. Lg. 818d; of illicit love, E. Hipp. 644, Ion 545.
οὐ
D οὐ: after Verbs of denying, doubting, and disputing, folld. by ὡς or ὅτι with a finite Verb, οὐ is inserted to show the neg. character of the statement, where in Engl. the neg. is not required, ὡς μὲν οὐκ ἀληθῆ ταῦτʼ ἐστὶν οὐκ ἔχετʼ ἀντιλέγειν D. 8.31, cf. Th. 1.77, X. HG 2.3.16, Smp. 2.12, Isoc. 5.57, etc.; οὐδεὶς ἂν τολμήσειεν ἀντειπεῖν ὡς οὐ τὴν μὲν ἐμπειρίαν μᾶλλον τῶν ἄλλων ἔχομεν Id. 6.48, cf. And. 4.34, D. 16.4, etc.; οὐκ ἂν ἀρνηθεῖεν ἔνιοι ὡς οὐκ εἰσὶ τοιοῦτοι Id. 9.54; ἀρνεῖσθαι ὅτι οὐ παρῆν X. Ath. 2.17; οὐδʼ αὐτὸς ὁ Λάμπις ἔξαρνος ἐγένετο ὡς οὐκ εἴη εἰρηκὼς κτλ. D. 34.49; ἀμφισβητεῖν ὡς οὐχὶ . . δοτέον δίκην Pl. Euthphr. 8c, cf. R. 476d, Prm. 135a; ἀπιστεῖν ὅτι οὐ . . Id. Men. 89d; ἀνέλπιστον καταστῆσαί τισιν ὡς οὐκ ἔσται μεταγνῶναι Th. 3.46: οὐ is sts. thus used in the second member of a negative comparative sentence, ἥκει ὁ Πέρσης οὐδέν τι μᾶλλον ἐπʼ ἡμέας ἢ οὐ καὶ ἐπʼ ὑμέας Hdt. 4.118, cf. 5.94, 7.16.γ, Th. 2.62, 3.36: after πλήν, X. Lac. 15.6, D. 18.45.