II
zeal, pains, trouble, effort, ἄτερ σπουδῆς Od. 21.409; σῆς ὑπὸ σ. A. Th. 585; σπουδῆς οὐκ ἀξία S. OT 778, cf. Pl. R. 604c, etc.; freq. in dat. σπουδῇ, zealously, v. infr. IV.3; so σὺν σπουδῇ Id. Lg. 818c; σὺν πολλῇ σ. X. An. 1.8.4; ἐπὶ μεγάλης σ. Pl. Smp. 192c; μετὰ πολλῆς σ. Id. Chrm. 175e; σπουδὴν ποιεῖσθαι exert oneself, take pains, be eager, Th. 4.30; c. inf., Hdt. 3.4, 7.205; σ. πολλὴν ποιέεσθαι Id. 6.107; πᾶσαν σ. ποιήσασθαι ὅπως . . PHib. 1.71.9 (iii B.C.); σ. ποιεῖσθαι περί τινος Pl. Smp. 177c; περί τινα ib. 179d; ἐπί τινι Luc. Salt. 1: c. gen., σπουδήν τινος ποιήσασθαι make much ado about . . , Hdt. 1.4; σπουδαὶ λόγων κατατεινομένων zeal for the conflicting arguments, E. Hec. 130 (anap.); πρός τι D.S. 17.114; ἀμφὶ Κυράνας θέμεν σ. ἅπασαν Pi. P. 4.276; ὅτου χάριν σ. ἔθου τήνδʼ S. Aj. 13; σ. ἔχειν, c. inf., to be eager, Hdt. 6.120; c. acc. et inf., Id. 7.149; σ. ἔχειν τινός E. Alc. 778, 1014; περί τινος Pl. Amat. 136c; εἴς τι E. Med. 557; ὅπως τι γένηται D.H. Comp. 22; σ. γίγνεται περί τι Pl. Phdr. 276e; σ. ἐστι περὶ πραγμάτων D. 8.2; σπουδῆς καὶ βουλῆς τὰ πράγματα προσδεῖσθαι Id. 9.46; ἡ σ. τῆς ἀπίξιος my zeal in coming, Hdt. 5.49, cf. S. Fr. 257; ὅπλων σπουδῇ with great attention to the arms, Th. 6.31, cf. Pl. Lg. 855d: pl., ἐπιμέλειαι καὶ σ. πλήθους γεννημάτων eagerness for . . , ib. 740d; zealous exertions, E. Ion 1061 (lyr.), Arist. Rh. 1370a12.