Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου α΄

κατὰ Φιλίππου α΄ (9)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg004.perseus-grc2:9
Refs {'start': {'reference': '9', 'human_reference': 'Section 9'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὁρᾶτε γάρ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ πρᾶγμα, οἷ προελήλυθʼ ἀσελγείας ἅνθρωπος, ὃς οὐδʼ αἵρεσιν ὑμῖν δίδωσι τοῦ πράττειν ἄγειν ἡσυχίαν, ἀλλʼ ἀπειλεῖ καὶ λόγους ὑπερηφάνους, ὥς φασι, λέγει, καὶ οὐχ οἷός ἐστιν ἔχων κατέστραπται μένειν ἐπὶ τούτων, ἀλλʼ ἀεί τι προσπεριβάλλεται καὶ κύκλῳ πανταχῇ μέλλοντας ἡμᾶς καὶ καθημένους περιστοιχίζεται.

Tokens

ὁρᾶτε 1 w 5
γάρ 1 w 8
1 w 10
ἄνδρες 1 w 16
Ἀθηναῖοι 1 w 24
τὸ 1 w 27
πρᾶγμα 1 w 33
οἷ 1 w 36
προελήλυθʼ 1 w 46
ἀσελγείας 1 w 55
ἅνθρωπος 1 w 63
ὃς 1 w 66
οὐδʼ 1 w 70
αἵρεσιν 1 w 77
ὑμῖν 1 w 81
δίδωσι 1 w 87
τοῦ 1 w 90
πράττειν 1 w 98
1 w 99
ἄγειν 1 w 104
ἡσυχίαν 1 w 111
ἀλλʼ 1 w 116
ἀπειλεῖ 1 w 123
καὶ 1 w 126
λόγους 1 w 132
ὑπερηφάνους 1 w 143
ὥς 1 w 146
φασι 1 w 150
λέγει 1 w 156
καὶ 2 w 160
οὐχ 1 w 163
οἷός 1 w 167
ἐστιν 1 w 172
ἔχων 1 w 176
1 w 177
κατέστραπται 1 w 189
μένειν 1 w 195
ἐπὶ 1 w 198
τούτων 1 w 204
ἀλλʼ 2 w 209
ἀεί 1 w 212
τι 2 w 214
προσπεριβάλλεται 1 w 230
καὶ 3 w 233
κύκλῳ 1 w 238
πανταχῇ 1 w 245
μέλλοντας 1 w 254
ἡμᾶς 1 w 258
καὶ 4 w 261
καθημένους 1 w 271
περιστοιχίζεται 1 w 286

Dictionary Citations

LSJ

ἀσέλγεια
licentiousness, wanton violence, Pl. R. 424e, Is. 3.13, etc., οἷ προελήλυθʼ ἀσελγείας ἅνθρωπος D. 4.9: joined with ὕβρις, Id. 21.1; insolence, opp. κολακεία, Phld. Lib. p.42 O.; τῶν δημαγωγῶν Arist. Pol. 1304b22: Astrol., epith. of certain ζῴδια, Vett.Val. 335.34.
ἐπί
2 μένειν ἐ. τῆς ἀρχῆς remain in the command, X. Ages. 1.37; μένειν ἐ. τινος abide by it, D. 4.9; ἐ. τῶν πραγμάτων, ἐ. τοῦ πολεμεῖν εἶναι, to be engaged in . ., Id. 15.11, Prooem. 1; ἐ. ὀνόματος εἶναι bear a name, Id. 39.21; ἔχεται πόλις ἐ. νόσου S. Ant. 1141 (lyr.).
κύκλος
2 κύκλῳ in a circle or ring, round about, κ. ἁπάντῃ Od. 8.278; κ. πάντῃ X. An. 3.1.2; πανταχῇ D. 4.9; τὸ κ. πέδον Pi. O. 10(11).46; κ. περιάγειν Hdt. 4.180; λίμνη . . ἐργασμένη εὖ κ. Id. 2.170; τρέχειν κ. Ar. Th. 662; περιέπλεον αὐτοὺς κ. Th. 2.84; οἱ κ. βασιλεῖς X. Cyr. 7.2.23; ἡ κ. περιφορά, κίνησις, Pl. Lg. 747a, Alex.Aphr. in Top. 218.3: freq. with περί or words compounded there with, round about, κ. πέριξ A. Pers. 368, 418; περιστῆναι κ. Hdt. 1.43; βωμὸν κ. περιστῆναι A. Fr. 379; ἀμφιχανὼν κ. S. Ant. 118 (lyr.); περιστεφῆ κ. Id. El. 895; περισταδὸν κ. E. Andr. 1137; κ. περιϊέναι Pl. Phd. 72b, etc.; τοῦ φλοιοῦ περιαιρεθέντος κ. Thphr. HP 4.15.1; so κ. περὶ αὐτήν round about it, Hdt. 1.185; περὶ τὰ δώματα κ. Id. 2.62; also κύκλῳ c. acc., without περί, ἐπιστήσαντες κ. σῆμα Id. 4.72; πάντα τὸν τόπον τοῦτον κ. D. 4.4: c.gen., κ. τοῦ στρατοπέδου X. Cyr. 4.5.5; τὰ κ. τῆς Ἀττικῆς D. 18.96, cf. PFay. 110.7 (i A.D.), etc.: metaph., around or from all sides, S. Ant. 241, etc.; κεντουμένη κύκλῳ ἡ ψυχή all over, Pl. Phdr. 251d; τὰ κ. the circumstances, Arist. Rh. 1367b29, EN 1117b2; ἡ κ. ἀπόδειξις, of arguing in a circle, Id. APo. 72b17, cf. APr. 57b18: with Preps., ἐν κ. S. Aj. 723, Ph. 356, E. Ba. 653, Ar. V. 432, etc.; ἅπαντες ἐν κ. Id. Eq. 170, Pl. 679: c. gen., E. HF 926, Th. 3.74; κατὰ κύκλον Emp. 17.13.
μένω
5 remain as one was, of a maiden, Il. 19.263; τῶν βεβαίως μοι φίλων μενόντων Ps.-Philipp. ap. D. 12.11; τὸ νόμισμα βούλεται μένειν Arist. EN 1133b14: generally, stand, hold good, ἢν μείνωσιν ὅρκοι E. Andr. 1000; μένειν τὸ ὅρκιον κατὰ χώρην Hdt. 4.201; εἰ τὰ πρότερον μένει ἡμῖν ὁμολογήματα Pl. Grg. 480b; μ. τὰ βουλήματα καὶ οὐ μεταρρεῖ Arist. EN 1167b7; of circumstances, οὐ μενεῖν κατὰ χώραν τὰ πράγματα Th. 4.76; οὐδαμὰ ἐν τὠυτῷ μ., of prosperity, Hdt. 1.5; μένειν ἐμπέδοις φρονήμασι S. Ant. 169; μ. ἐπὶ τούτων [ἃ κατέστραπται] remain contented with . . , D. 4.9; μ. ἐπὶ τούτοις Isoc. 8.7; ἐπὶ τούτῳ τῷ βίῳ μ. be content with . . , Pl. R. 466c, cf. 496b; μ. ἐλεύθερον Men. 145; of wine, keep good, Plb. 12.2.8.
οἷ
whither, οἷ μολὼν δώσεις δίκην S. Ant. 228 ; οἴκησις οἷ πορεύομαι ib. 892, cf. El. 8 ; οὐκ ἤκουσας οἷ προβαίνει τὸ πρᾶγμα Ar. Ach. 836 ; οἷ χρὴ βλέπειν Pl. Lg. 714b ; οἷ (i. e. εἰς ἃ) μὲν ἔδει δαπανώμενον . . , οἷ δʼ οὐδὲν ἔδει ἀναλώσαντα Id. Virt. 378b ; so οἷ δή Id. Prm. 127c ; οἷπερ S. El. 404, Ar. Fr. 403 : freq. c. gen., οἷ μʼ ἀτιμίας ἄγεις to what a depth of dishonour, S. El. 1035 ; οἷ προελήλυθʼ ἀσελγείας D. 4.9.
οἷος
b οἷός εἰμι I intend, ἐβιάζετο . . καὶ οἷος ἦν ἐξευρεῖν τὴν θύραν Lys. Fr. 159 S., cf. D. 4.9, al., Is. 8.21 ; οἷος ἦν κατεσθίειν was on the point of eating, Antig. Car. ap. Ath. 7.345d.
περιστοιχίζω
surround as with toils or nets, of a besieging army, interpol. in Plb. 8.5.2, etc. ; dub. in Sm. Ps. 47(48).13, Quint. Ho. 8.13 : metaph., J. AJ 17.2.4 :— Med. ( fut. - ιοῦμαι D.C. 50.31), κύκλῳ πανταχῇ μέλλοντας ἡμᾶς καὶ καθημένους περιστοιχίζεται D. 4.9, cf. D.C. 39.3 :— Pass., ὑπό τινων Id. 49.30, al., Aristaenet. 1.9 ; ψυχὴ π. ὑπὸ πονηρῶν πνευμάτων Ph. Fr. 104 H. ; κλύδωνι φροντισμάτων Hld. 7.4, cf. Pall. in Hp. 2.112D.
πρᾶγμα
II occurrence, matter, affair, πᾶσαν τελευτὰν πράγματος Pi. O. 13.75, cf. P. 4.278; τί τοῦδε σοὶ μέτεστι π. λέγε A. Eu. 575, cf. 584; π. τοιόνδε συνηνείχθη γενέσθαι Hdt. 5.33, cf. 9.92, Th. 2.64; ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ π. Hdt. 1.206; τί δʼ εἰδὼς τοῦδε π. πέρι; S. Aj. 747 codd.; τὸ π. εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη D. 21.111; ὁρᾶτε τὸ π., οἷ προελήλυθε κτλ., Id. 4.9, cf. 8.7.
προέρχομαι
4 τὰ Περσέων πρήγματα] ἐς τοῦτο προελθόντα the power of the Persians having advanced to this height, Hdt. 7.50; ὥσπερ μαθητὴν εἰς τοὔμπροσθε π. make progress, Isoc. Ep. 4.10; ἐνταῦθα π. ὥστε . . Id. 15.82: freq. in bad sense, εἰς πᾶν π. μοχθηρίας D. 3.3; οὕτως αἰσχρῶς π. Id. 23.204; οἷ προελήλυθʼ ἀσελγείας ἅνθρωπος Id. 4.9; εἰς τοῦτʼ ἀναισθησίας καὶ τόλμης προεληλύθασιν Id. 24.182; πόρρω προεληλύθασι φυλακῆς they are far gone in cautiousness, X. Hier. 4.4.
προσπεριβάλλω
put round besides, of a bandage, Hp. Fract. 20; περιτείχισμα τῇ πόλει Th. 5.2: metaph., ὄγκον τοῖς νοήμασι Ph. 1.1: — Med., νεὼς αὐταῖς (sc. εἰκόσι) Id. 2.181: also, throw or draw round oneself, τείχη Isoc. 9.47; τὸν πεζὸν στρατὸν ταῖς ναυσὶ π. the land army in addition to the ships, Plu. Them. 7, cf. Cat.Ma. 13 ( Act.); surround oneself with fresh acquisitions, D. 4.9, Paus. 1.10.1; π. πλείονα μολυσμόν Plu. Vit. aer. al. 2.831a:— Pass., to be drawn round, στρατοπέδῳ ἐρύματος προσπεριβαλλομένου Th. 8.40.
ὑπερήφανος
overweening, arrogant, Hes. Th. 149, Pi., B. ll. cc., A. Pr. 405 (lyr.), Isoc. 12.196, D. 4.9, Phld. Vit. p.10 J., etc.; Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται LXX Pr. 3.34; ὑβρισταὶ καὶ ὑ. Arist. Rh. 1390b33; -ώτεροι . . καὶ ἀλογιστότεροι ib. 1391a33; οἰκίαι -ώτεραι D. 13.30. Adv., -νως ἔχειν bear oneself proudly, Pl. R. 399b, Tht. 175b; ὑ. ζῶντες living sumptuously, prodigally, Isoc. 4.152, Pl. Lg. 691a; ὀψωνεῖν . . οὐχὶ μετρίως . . , ἀλλʼ ὑ. Diph. 32.20; of a dish, ὑ. ὄζειν Alex. 261.6 (but also, insolently, brutally, μαστιγοῦν τινα prob. in PCair.Zen. 80.4 (iii B. C.)).—This sense appears in Hom. in the part. ὑπερηφανέων (q. v.).