Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου α΄

κατὰ Φιλίππου α΄ (6)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg004.perseus-grc2:6
Refs {'start': {'reference': '6', 'human_reference': 'Section 6'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ γάρ τοι ταύτῃ χρησάμενος τῇ γνώμῃ πάντα κατέστραπται καὶ ἔχει, τὰ μὲν ὡς ἂν ἑλών τις ἔχοι πολέμῳ, τὰ δὲ σύμμαχα καὶ φίλα ποιησάμενος· καὶ γὰρ συμμαχεῖν καὶ προσέχειν τὸν νοῦν τούτοις ἐθέλουσιν ἅπαντες, οὓς ἂν ὁρῶσι παρεσκευασμένους καὶ πράττειν ἐθέλοντας χρή.

Tokens

καὶ 1 w 3
γάρ 1 w 6
τοι 1 w 9
ταύτῃ 1 w 14
χρησάμενος 1 w 24
τῇ 1 w 26
γνώμῃ 1 w 31
πάντα 1 w 36
κατέστραπται 1 w 48
καὶ 2 w 51
ἔχει 1 w 55
τὰ 1 w 58
μὲν 1 w 61
ὡς 1 w 63
ἂν 1 w 65
ἑλών 1 w 69
τις 1 w 72
ἔχοι 1 w 76
πολέμῳ 1 w 82
τὰ 2 w 85
δὲ 1 w 87
σύμμαχα 1 w 94
καὶ 3 w 97
φίλα 1 w 101
ποιησάμενος 1 w 112
καὶ 4 w 116
γὰρ 1 w 119
συμμαχεῖν 1 w 128
καὶ 5 w 131
προσέχειν 1 w 140
τὸν 1 w 143
νοῦν 1 w 147
τούτοις 1 w 154
ἐθέλουσιν 1 w 163
ἅπαντες 1 w 170
οὓς 1 w 174
ἂν 2 w 176
ὁρῶσι 1 w 181
παρεσκευασμένους 1 w 197
καὶ 6 w 200
πράττειν 1 w 208
ἐθέλοντας 1 w 217
1 w 218
χρή 1 w 221

Dictionary Citations

LSJ

ἄν
2 ἄν coalesces with ὅτε, ὁπότε, ἐπεί, ἐπειδή, cf. ὅταν, ὁπόταν, ἐπήν or ἐπάν ( Ion. ἐπεάν) , ἐπειδάν: Hom. has ὅτε κε (sts. ὅτʼ ἄν) , ὁππότε κε (sts. ὁπότʼ ἄν or ὁππότʼ ἄν) , ἐπεί κε ( ἐπεὶ ἄν Il. 6.412), ἐπήν, εὖτʼ ἄν; v. also εἰσόκε ( εἰς ὅ κε) : —τάων ἥν κʼ ἐθέλωμι φίλην ποιήσομʼ ἄκοιτιν whomsoever of these I may wish . . , Il. 9.397; ὅταν δὴ μὴ σθένω, πεπαύσομαι when I shall have no strength . . , S. Ant. 91; ἐχθρὸς γάρ μοι κεῖνος . . ὅς χʼ ἕτερον μὲν κεύθῃ ἐνὶ φρεσίν, ἄλλο δὲ εἴπῃ who ever conceals one thing in his mind and speaks another, Il. 9.312, cf. D. 4.6, Th. 1.21. — Hom. uses subj. in both the above constructions (1 and 2) without ἄν; also Trag. and Com., S. Aj. 496, Ar. Eq. 805; μέχρι and πρίν occasionally take subj. without ἄν in prose, e.g. Th. 1.137, 4.16 ( μέχρι οὗ), Pl. Phd. 62c, Aeschin. 3.60.
καταστρέφω
3 Pass., in aor. and pf., to be subdued, Id. 1.130, 68: plpf., Th. 5.29: c. inf., ἀκούειν σοῦ κατέστραμμαι am constrained to hear, A. Ag. 956: pf. Pass. also in sense of Med., Hdt. 1.171; πάντα κατέστραπται καὶ ἔχει D. 4.6, cf. X. HG 5.2.38, Isoc. 5.21.