Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου α΄

κατὰ Φιλίππου α΄ (40)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg004.perseus-grc2:40
Refs {'start': {'reference': '40', 'human_reference': 'Section 40'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὑμεῖς δʼ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πλείστην δύναμιν ἁπάντων ἔχοντες, τριήρεις, ὁπλίτας, ἱππέας, χρημάτων πρόσοδον, τούτων μὲν μέχρι τῆς τήμερον ἡμέρας οὐδενὶ πώποτʼ εἰς δέον τι κέχρησθε, οὐδὲν δʼ ἀπολείπετε, ὥσπερ οἱ βάρβαροι πυκτεύουσιν, οὕτω πολεμεῖν Φιλίππῳ. καὶ γὰρ ἐκείνων πληγεὶς ἀεὶ τῆς πληγῆς ἔχεται, κἂν ἑτέρωσε πατάξῃ τις, ἐκεῖσʼ εἰσὶν αἱ χεῖρες· προβάλλεσθαι δʼ βλέπειν ἐναντίον οὔτʼ οἶδεν οὔτʼ ἐθέλει.

Tokens

ὑμεῖς 1 w 5
δʼ 1 w 7
1 w 9
ἄνδρες 1 w 15
Ἀθηναῖοι 1 w 23
πλείστην 1 w 32
δύναμιν 1 w 39
ἁπάντων 1 w 46
ἔχοντες 1 w 53
τριήρεις 1 w 62
ὁπλίτας 1 w 70
ἱππέας 1 w 77
χρημάτων 1 w 86
πρόσοδον 1 w 94
τούτων 1 w 101
μὲν 1 w 104
μέχρι 1 w 109
τῆς 1 w 112
τήμερον 1 w 119
ἡμέρας 1 w 125
οὐδενὶ 1 w 131
πώποτʼ 1 w 137
εἰς 1 w 140
δέον 1 w 144
τι 1 w 146
κέχρησθε 1 w 154
οὐδὲν 1 w 160
δʼ 2 w 162
ἀπολείπετε 1 w 172
ὥσπερ 1 w 178
οἱ 1 w 180
βάρβαροι 1 w 188
πυκτεύουσιν 1 w 199
οὕτω 1 w 204
πολεμεῖν 1 w 212
Φιλίππῳ 1 w 219
καὶ 1 w 223
γὰρ 1 w 226
ἐκείνων 1 w 233
2 w 234
πληγεὶς 1 w 241
ἀεὶ 1 w 244
τῆς 2 w 247
πληγῆς 1 w 253
ἔχεται 1 w 259
κἂν 1 w 263
ἑτέρωσε 1 w 270
πατάξῃ 1 w 276
τις 1 w 279
ἐκεῖσʼ 1 w 286
εἰσὶν 1 w 291
αἱ 1 w 293
χεῖρες 1 w 299
προβάλλεσθαι 1 w 312
δʼ 3 w 314
1 w 315
βλέπειν 1 w 322
ἐναντίον 1 w 330
οὔτʼ 1 w 334
οἶδεν 1 w 339
οὔτʼ 2 w 343
ἐθέλει 1 w 349

Dictionary Citations

LSJ

ἀπολείπω
2 to be wanting of or in a thing, προθυμίας οὐδὲν ἀ. Th. 8.22, cf. Pl. R. 533a: freq. of numbers, μηδὲν ἀ. τῶν πέντε κτλ. Id. Lg. 828b; τῶν εἴκοσιν ὀλίγον ἀ. Arist. HA 573b16, etc.; ἀπὸ τεσσέρων πηχέων ἀ. τρεῖς δακτύλους wanting three fingers of four cubits, Hdt. 1.60, cf. 7.117; μήτʼ ἄρʼ ὑπερβάλλων βοὸς ὁπλὴν μήτʼ ἀπολείπων Hes. Op. 489: c. inf., ὀλίγον ἀπέλιπον ἐς Ἀθήνας ἀπικέσθαι wanted but little of coming, Hdt. 7.9.αʹ; βραχὺ ἀ. διακόσιαι γενέσθαι Th. 7.70; οὐδὲν δʼ ἀπολείπετε οὕτω πολεμεῖν D. 4.40; ἡ πόλις μικρὸν ἀπέλιπεν ἔρημος εἶναι Plu. Tim. 1 .
εἴδω
2 inf., know how to do, οἶδʼ ἐπὶ δεξιά, οἶδʼ ἐπʼ ἀριστερὰ νωμῆσαι βῶν 7.238, cf. S. Ph. 1010, Ar. V. 376; also, to be in a condition, be able, have the power, E. Med. 664, D. 4.40; of drugs, ὅσα λεπτύνειν οἶδε Alex.Trall. Febr. 6; of a festival, οἶδε ἐκπέμπουσα δάκνειν Chor.p.124 B.; learn, ἵνʼ εἰδῇ μὴ ʼπὶ τοῖς ἐμοῖς κακοῖς ὑψηλὸς εἶναι E. Hipp. 729.
ἐναντίος
1 Hom. downwds., neut. ἐναντίον as Adv., opposite, facing, ἐ. ὧδε κάλεσσον here to my face, Od. 17.544; εἰς ὦπα ἰδέσθαι ἐ. to look one in the face, 23.107; ἐ. προσβλέπειν τινά E. Hec. 968, etc.; γυναῖκας ἀνδρῶν μὴ βλέπειν ἐ. ib. 975: abs., D. 4.40, etc.: hence, like a Prep. c. gen., in the presence of, τῆς βουλῆς IG 1(2).91; τῶνδʼ ἐ. S. OC 1002; μαρτύρων ἐ. Ar. Ec. 448; ἐ. τοῦ παιδίου Id. Lys. 907; ἐ. ἁπάντων λέγειν Th. 6.25; ἐ. Διός Plb. 7.9.2; also neut. pl., IG 7.1779 ( Thespiae).
ἑτέρωσε
2 on the other side, οἱ δʼ ἑ. καθῖζον Il. 20.151; κἂν ἑ. πατάξῃ τις D. 4.40.
ἔχω
C Med., hold oneself fast, cling closely, τῷ προσφὺς ἐχόμην Od. 12.433, cf. Il. 1.513, etc.; πρὸς ἀλλήλῃσιν Od. 5.329: mostly c. gen., hold on by, cling to, [ πέτρης] ib. 429; χερσὶν ἀώτου 9.435; βρετέων A. Th. 98 (lyr.); ἑξόμεσθά σου Ar. Pl. 101; τῆς πληγῆς ἔχεται claps his hand on the place struck, D. 4.40.
οἶδα
2 inf., know how to do, οἶδʼ ἐπὶ δεξιά, οἶδʼ ἐπʼ ἀριστερὰ νωμῆσαι βῶν 7.238, cf. S. Ph. 1010, Ar. V. 376; also, to be in a condition, be able, have the power, E. Med. 664, D. 4.40; of drugs, ὅσα λεπτύνειν οἶδε Alex.Trall. Febr. 6; of a festival, οἶδε ἐκπέμπουσα δάκνειν Chor.p.124 B.; learn, ἵνʼ εἰδῇ μὴ ʼπὶ τοῖς ἐμοῖς κακοῖς ὑψηλὸς εἶναι E. Hipp. 729.
πλήσσω
πλήσσω, Nic. Al. 456, present used by Hom. and Att. writers only in compd. ἐκπλ- (cf. πλήγνυμι); Att. πλήττω Arist. Ph. 224a33: fut. πλήξω A. Fr. 275, and late Prose, Philostr. VA 5.39, ( ἐπι-) Il. 23.580, ( ἐκ-) Pl. R. 436e, ( κατα-) X. Lac. 8.3: aor. ἔπληξα, Ep. πλῆξα, Il. 2.266, Hes. Th. 855, Hdt. 3.64, and later Greek, J. AJ 4.8.33, Plu. Apophth. Lac. 2.233f, BGU 759.14 (ii A.D.), etc.; Dor. πλᾶξα Pi. N. 1.49; never in Att. ( E. IA 1579 is spurious) exc. in compds. ἐκ-, κατα- (qq. v.); in the simple Verb the fut. and aor. of πατάσσω or παίω are used instead, as also in LXX: pf. πέπληγα, subj. πεπλήγῃ Ar. Av. 1350, inf. πεπληγέναι X. An. 6.1.5 (dub., but read by Ath. 1.15e), part. πεπληγώς Il. 5.763, al. (also in pass. sense in late writers, LXX 2 Ch. 29.9, Plu. Luc. 31, Luc. Trag. 115, Q.S. 5.91, etc.); later perf. πέπληχα Men. Epit. 485, Sam. 86, J. AJ 4.8.33: Ep. redupl. aor. 2 ἐπέπληγον Il. 5.504, πέπληγον 23.363, Od. 8.264; inf. πεπληγέμεν Il. 16.728, 23.660; but part. πεπλήγοντες in pres. sense, Call. Jov. 53, Nonn. D. 28.327:— Med., fut. πλήξομαι ( κατα-) Plb. 4.80.2, D.H. 6.10, etc.: aor. ἐπληξάμην, Ep. πληξάμην, h.Cer. 245, Hdt. 3.14, and in late Prose, J. AJ 16.10.7, ( κατα-) Plb. 2.52.1, etc.; part. πληξάμενος Il. 16.125: Ep. aor. 2 πεπλήγετο 12.162, Od. 13.198, πεπλήγοντο Il. 18.51:— Pass., pres. πλήσσομαι Ptol. Harm. 1.1: fut. πληγήσομαι X. Cyr. 2.3.10, D. 18.263 (but in compos. ἐκ-πλᾰγήσομαι); also πεπλήξομαι E. Hipp. 894, Ar. Eq. 271, Pl. Tht. 180a: aor. ἐπλήχθην Ph. 1.39, Dsc. 1.93, Placit. 4.14.3, but mostly ἐπλήγην, Hdt. 5.120, S. OC 605, etc. (the former nowhere in Trag., exc. ἐκ-πληχθείς E. Tr. 183 (lyr.)); part. πληγείς Il. 8.12, A. Th. 608, Frr. 139, 180, Antipho 4.4.3, etc.; Dor. πλᾱγείς (v. infr. I.1a ad fin.); Aeol. πλάγεις [ᾱ] Alc. Supp. 26.3; ( ἐπλάγην [ᾰ] only in compds. ἐξ-, κατ-, of persons struck with terror or amazement): pf. πέπληγμαι Hdt. 1.41, etc.—in Att. and Trag., also LXX, the simple Verb is scarcely found exc. in fut. 2 and 3, aor. 2, and pf. Pass., but fut. Act. is used once by A., pf. 2 πέπληγα by Ar. and X. (v. supr.); Hdt. uses the Act. ( aor.) only in 3.64, 78.—The pres. πλήσσω, πλήσσομαι are unknown to Att. writers (also to LXX, exc. 4 Ma. 14.19), who use the pres. Act. and Pass. of παίω, τύπτω instead (v. sub his vv.); whereas the aor. 2 Pass. ἐπλήγην is used instead of ἐπαίσθην, ἐπατάχθην, or ἐτύφθην ( ἐτύπην): hence παίσαντές τε καὶ πληγέντες S. Ant. 172; πότερον πρότερος ἐπλήγην ἢ ἐπάταξα Lys. 4.15; πατάξας καταβάλλω, opp. πληγεὶς κατέπεσεν, Id. 1.25,27; ὁ πληγεὶς ἀεὶ τῆς πληγῆς ἔχεται, κἂν ἑτέρωσε πατάξῃ τις, ἐκεῖσʼ εἰσὶν αἱ χεῖρες D. 4.40; ὅταν ὁ μὲν πληγῇ, ὁ δὲ πατάξῃ Arist. EN 1132a8; πατάξαι ἢ πληγῆναι Id. Rh. 1377a21; so in D. 21.33, 38 the Act. πατάξαι corresponds with the Pass. πληγῆναι in ib. 36, 39:—
προβάλλω
III hold before oneself so as to protect, λαιᾷ ἴτυν Tyrt. 15.3; Πηλεΐδᾳ κατʼ ὄμμα πέλταν E. Rh. 370 (lyr.); τὼ χεῖρε Ar. Ra. 201; π. τὰ ὅπλα level arms, opp. μεταβάλλεσθαι (cf. προβολή I), τὴν φάλαγγα ἐκέλευσε προβαλέσθαι τὰ ὅπλα καὶ ἐπιχωρῆσαι X. An. 1.2.17, cf. 6.5.16, Mem. 3.8.4: in pf. Pass., σάρισαν προβεβλημένος having his pike advanced, with levelled pike, D.S. 17.100; τοὺς θυρεοὺς πρὸ τῶν νώτων . . -βεβλημένοι Arr. Tact. 36.1; εἰκοσάπηχύν τινα προβεβλ. κοντόν Luc. DMort. 22[27].4; also προβεβλημένοι τοὺς θωρακοφόρους having them to cover one in front, X. Cyr. 6.3.24; π. τάφρον, ποταμόν, of a general, Plb. 1.18.3, 2.5.5; π. τῆς . . στρατοπεδείας τεῖχος Id. 1.48.10, etc.; πόλις -βεβλημένη ποταμόν Str. 11.2.17; π. τὰ θηρία πρὸ τῶν κεράτων, λογχοφόρους τῆς δυνάμεως, Plb. 3.72.9, 3.113.6: abs., stand in front, πρὸ ἀμφοῖν προβεβλημένος standing so as to cover both, X. An. 4.2.21, cf. Cyr. 2.3.10: c. gen., τούτου προβέβληται Πολύευκτος D. 21.139; προβάλλεσθαι ἢ ἐναντίον βλέπειν οὔτʼ οἶδεν οὔτʼ ἐθέλει Id. 4.40; προαίρεσις τῆς πολιτείας προβεβλημένη a guarded policy, Id. 19.27; πρὸς ἅπαντας -βεβλημένος on oneʼs guard against, Plu. Dio 9:— Pass., ἱππῆς προβέβληνται πρὸ τοῦ δεξιοῦ κέρως Arr. Tact. 36.2; κράνη πρὸ τῆς κεφαλῆς π. ib. 34.3.
πυκτεύω
box, spar, X. Lac. 4.6, D. 4.40; οὕτω πυκτεύω ὡς οὐκ ἀέρα δέρων 1 Ep.Cor. 9.26; π. καὶ παγκρατιάζειν Pl. Grg. 456d; περὶ τεοῦς Ἑρμᾶς ποτʼ Ἄρευα π. Corinn. 11; ἐς σὸν κρᾶτα π. strike with the fist on the head, E. Cyc. 229: generally, fight, ξιφήρη π. Hld. 10.31; of gladiators, Rev.Arch. 30(1929).24 ( Gortyn):— Med., πεπύκτευται αὐτόν Philostr. Im. 2.19.
σήμερον
to-day, Il. 7.30, Od. 17.186, E. Rh. 683, PHib. 1.65.13 (iii B.C.), SIG 1181.11 ( Rhenea, ii B.C.), Ev.Matt. 27.19, etc.; Dor. σάμερον [ᾱ] Pi. O. 6.28, P. 4.1; Att. τήμερον Cratin. 123, Ar. Eq. 68, etc., cf. Moer. p.364P. (though σήμερον is sts. found in Com., Hermipp. 80, Philem. 121); εἰς τ. Pl. Smp. 174a; τὸ τ. ib. 176e; τὸ τ. εἶναι to-day, Id. Cra. 396e; ἡ τ. ἡμέρα D. 4.40; also in the form τήμερα Ar. Fr. 401 (s.v.l.), cf. 296. (Prob. fr. κy ᾱμερον, containing stem kyo- ‘this’, cf. Lith. šis ‘this’, Lat. ci-tra: σήμερον ( τήμερον) is to ἡμέρα as σῆτες ( τῆτες) to ἔτος.)