Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου α΄

κατὰ Φιλίππου α΄ (11)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg004.perseus-grc2:11
Refs {'start': {'reference': '11', 'human_reference': 'Section 11'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τί δʼ ὑμῖν διαφέρει; καὶ γὰρ ἂν οὗτός τι πάθῃ, ταχέως ὑμεῖς ἕτερον Φίλιππον ποιήσετε, ἄνπερ οὕτω προσέχητε τοῖς πράγμασι τὸν νοῦν· οὐδὲ γὰρ οὗτος παρὰ τὴν αὑτοῦ ῥώμην τοσοῦτον ἐπηύξηται ὅσον παρὰ τὴν ἡμετέραν ἀμέλειαν.

Tokens

τί 1 w 2
δʼ 1 w 4
ὑμῖν 1 w 8
διαφέρει 1 w 16
καὶ 1 w 20
γὰρ 1 w 23
ἂν 1 w 25
οὗτός 1 w 30
τι 1 w 32
πάθῃ 1 w 36
ταχέως 1 w 43
ὑμεῖς 1 w 48
ἕτερον 1 w 54
Φίλιππον 1 w 62
ποιήσετε 1 w 70
ἄνπερ 1 w 76
οὕτω 1 w 80
προσέχητε 1 w 89
τοῖς 1 w 93
πράγμασι 1 w 101
τὸν 1 w 104
νοῦν 1 w 108
οὐδὲ 1 w 113
γὰρ 2 w 116
οὗτος 1 w 121
παρὰ 1 w 125
τὴν 1 w 128
αὑτοῦ 1 w 133
ῥώμην 1 w 138
τοσοῦτον 1 w 146
ἐπηύξηται 1 w 155
ὅσον 1 w 159
παρὰ 2 w 163
τὴν 2 w 166
ἡμετέραν 1 w 174
ἀμέλειαν 1 w 182

Dictionary Citations

LSJ

παρά
7 by which an event occurs, i.e. of the necessary and sufficient cause or motive ( τὸ μὴ π. τοῦτο γίνεσθαι τότε λέγομεν, ὅταν ἀναιρεθέντος τούτου μηδὲν ἧττον περαίνηται ὁ συλλογισμός Arist. APr. 65b6, cf. 48a24, al.), κεινὰν π. δίαιταν just for the sake of unsatisfying food, Pi. O. 2.65; ἕκαστος οὐ π. τὴν ἑαυτοῦ ἀμέλειαν οἴεται βλάψειν each thinks that his own negligence will not suffice to cause injury, Th. 1.141, cf. Isoc. 3.48; π. τὴν αὑτοῦ ἁμαρτίαν all through his own fault, Antipho 3.4.5, cf. Isoc. 6.52, D. 4.11, 18.232; πολλὰ . . ἐστιν αἴτια τούτων, καὶ οὐ παρʼ ἓν οὐδὲ δύʼ εἰς τοῦτο τὰ πράγματʼ ἀφῖκται not from one or two causes only, Id. 9.2; οὐ π. τοῦτο οὐκ ἔστι it does not follow that it is not . . , 1 Ep.Cor. 12.15; π. τὸ τὴν ἀρίθμησιν ποιήσασθαι ἐξ ἑτοίμου τοὺς ἐργώνας οὐκ ὀλίγα χρήματα περιεποίησε τῇ πόλει by the simple fact of prompt payment, IPE 12.32 B35 ( Olbia, iii B. C.); οὐδὲν ἂν παρʼ ἕνα ἄνθρωπον ἐγένετο τούτων Lycurg. 63, cf. Plb. 3.103.2, 18.28.6, al.; οὐδεὶς παρʼ ἑαυτόν ἐστι βασιλεύς thanks to himself alone, Aristeas 224; παρʼ αὑτὸν ἀτυχεῖ Arr. Epict. 3.24.2, cf. Phld. Rh. 2.16 S.; παρʼ ἡμᾶς ἡ τῶν ἀγαθῶν ἀπόστασις Hierocl. in CA 25p.477M.; εἶναι π. τοῦτο σωτηρίαν τε πόλει καὶ τοὐναντίον, i.e. on this depends . . , Pl. Lg. 715d, cf. X. Eq.Mag. 1.5, D.C. Fr. 36.5; π. μίαν ἡμέραν καὶ ἓν πρᾶγμα καὶ ἀπόλλυται προκοπὴ καὶ σῴζεται Epict. Ench. 51.2; π. τὸ Ἕλληνά με εἶναι just because I am a Greek, UPZ 7.13 (ii B. C.); π. τὸ ἀγαπᾶν αὐτὸν αὐτήν LXX Ge. 29.20, cf. Ex. 14.11; later more loosely, because of . . , Phld. Rh. 1.158 S., Gem. 6.24, etc.; οὐδὲν π. σὲ γέγονε it is no fault of yours, PRyl. 243.6 (ii A. D.), cf. POxy. 1420.7 (ii A. D.).
πάσχω
2 Adv., with reference to evil, used for κακῶς or κακὰ π. , μάλα πόλλʼ ἔπαθον καὶ πόλλʼ ἐμόγησα Od. 5.223, cf. Il. 23.607 ; εἴ κεν μάλα πολλὰ πάθοι 22.220 ; ὁτιοῦν π. suffer anything whatever, Isoc. 12.133, etc. : abs. , παθὼν δέ τε νήπιος ἔγνω by hard experience, Hes. Op. 218, cf. S. OT 403 ; ὁ παθών the injured party, Pl. Lg. 730a, 878c :—Phrases : μή τι πάθῃς or πάθοι, lest thou, lest he suffer any ill, Od. 17.596, Il. 5.567, cf. 11.470, etc. ; μή τι πάθωμεν 13.52 : hence εἴ τι πάθοιμι or ἤν τι πάθω, as euphemism, if aught were to happen to me, i.e. if I were to die, Callin. 1.17, Hdt. 8.102, Ar. Ec. 1105, V. 385, Lys. 19.51, Theoc. 8.10 ; ἂν οὗτός τι πάθῃ D. 4.11 ; ἐάν τινα ἀνθρώπινα πάσχῃ IG 3.74.13 ; so εἴ τι πείσεται . . ἅδε γᾶ E. Ph. 244 (lyr.) ; ἤν τι ναῦς πάθῃ Id. IT 755, cf. Syngr. ap. D. 35.13.
ποιέω
2 create, bring into existence, γένος ἀνθρώπων χρύσεον Hes. Op. 110, cf. Th. 161, 579, etc.; ὁ ποιῶν the creator, Pl. Ti. 76c; ἕτερον Φίλιππον ποιήσετε D. 4.11:— Med., beget, υἱόν And. 1.124; ἔκ τινος Id. 4.22; παῖδας ποιεῖσθαι, = παιδοποιεῖσθαι, X. Cyr. 5.3.19, D. 57.43; conceive, παιδίον π. ἔκ τινος Pl. Smp. 203b:— Act. in this sense only in later Gr., Plu. Par.min. 2.312a; of the woman, παιδίον ποιῆσαι ib. Coniug. 145d.
τις
3 οὐκ ἔφασαν ἰέναι, ἐὰν μή τις χρήματα διδῷ (i.e. Cyrus) Id. An. 1.4.12, cf. Ar. Ra. 552, Theoc. 5.122; so also euphem. for something bad, ἤν τι ποιῶμεν Th. 2.74; ἂν οὗτός τι πάθῃ D. 4.11: hence for the 1st or 2nd pers. Pron., ἅ τινʼ οὐ πείσεσθαι ὀΐω Il. 1.289, cf. S. Ant. 751; ποῖ τις τρέψεται; for ποῖ τρέψομαι; Ar. Th. 603, cf. S. Aj. 245 (lyr.), 1138, Th. 4.59, X. An. 3.4.40, 5.7.31, etc.