I
obtain by lot, of spoils, opp. ἐξαιρεῖσθαι, Od. 14.233, cf. Il. 9.367, etc.: generally, obtain as oneʼs portion, τὸ γὰρ λάχομεν γέρας ἡμεῖς 4.49; λαχόντα τε ληΐδος αἶσαν 18.327; πρὸς δαιμόνων ὄλβον Pi. N. 9.45; μέζονας μοίρας λ. Heraclit. 25; μοῖραν ἴσην, ὡς αὐτοί περ ἐλάγχανον Od. 20.282, cf. Hdt. 7.144: with inf. added, ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν I had the sea for my portion to dwell in, Il. 15.190, cf. Pi. O. 6.34, A. Eu. 931 (anap.); ἔλαχʼ ἄναξ δούλην σʼ ἔχειν E. Tr. 278, cf. 282 (lyr.); of a deity as presiding over oneʼs life, ἐμὲ μὲν Κὴρ . . λάχε γεινόμενόν περ Il. 23.79; τῶ σκληρῶ μάλα δαίμονος ὅς με λελόγχει Theoc. 4.40; δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχώς Lys. 2.78; ὦ δαῖμον, ὅς με . . εἴληχας Alciphr. 3.49: also, esp. in pf., to be the tutelary deity of a place, protect it. [ Πὰν] πάντα λόφον . . λέλογχε h.Hom. 19.6; θεοῖσι οἳ Περσίδα γῆν λελόγχασι Hdt. 7.53; παῖ Ῥέας, ἃ πρυτανεῖα λέλογχας Pi. N. 11.1; of Athena, ἣ τὴν ὑμετέραν πόλιν ἔλαχε Pl. Ti. 23d, cf. E. Or. 319 (lyr.), Ph. 1576 (lyr.): metaph., ἀκέρδεια λέλογχεν θαμινὰ κακαγόρος Pi. O. 1.53: freq. of persons who have a post assigned to them by lot, κλήρῳ νῦν πεπάλασθε διαμπερές, ὅς κε λάχῃσι Il. 7.171, cf. 179, 23.354, 862: c. inf., κλήρῳ λάχον ἐνθάδʼ ἕπεσθαι 24.400; so πάλῳ λαχεῖν A. Th. 55, Hdt. 4.94, cf. 3.128; ὡς ἐν πύλαις ἕκαστος εἴληχεν πάλον A. Th. 376: abs., πρὸς Θύμβρης ἔλαχον Δύκιοι had their post assigned near Thymbra, Il. 10.430; ἐπί, ἐν πύλαις λ., A. Th. 423, 451, etc.; λαχών alone, Hdt. 3.128, etc.; λ. τινὰ διδάσκαλον have him assigned to one by lot, Antipho 6.11.