I
implements of war, armour, arms, freq. in Ep.; more precisely, ἀρήϊα τεύχεα, πολεμήϊα τ., Il. 14.381, 7.193; χρύσεια, χαλκήρεα, 10.439, 15.544; ποικίλα, αἰόλα παμφανόωντα, μαρμαίροντα, 3.327, 5.295, 18.617; always of a warriorʼs whole armour, harness, ἀρήϊα τεύχεα δύω 6.340, cf. 7.193, al.; ἐς τεύχεʼ ἔδυνον Od. 24.498; κατὰ τεύχεʼ ἔδυν Il. 4.222, cf. 6.504, al.; Πάτροκλον περὶ τεύχεα ἕσσε 18.451; ἀπέδυσε, ἐξεδύοντο, 4.532, 3.114, cf. 13.182, al.; also χαλκήρεα τεύχεʼ ἀπʼ ὤμων συλήσειν 15.544; Ἕκτορι δʼ ἥρμοσε τεύχεʼ ἐπὶ χροΐ 17.210: Trag. τεύχη A. Myrm. in PSI 11.1211.17, S. Aj. 572, 577, E. Andr. 617, etc.; un contr. τεύχεα S. Ph. 398 (lyr.).