II
pres., become, οὐδεὶς ἐχθρὸς οὔτε φύεται πρὸς χρήμαθʼ οἵ τε φύντες . . S. Fr. 88.4; πιστοὺς φύσει φύεσθαι X. Cyr. 8.7.13; the pf. and aor. 2 take a pres. sense, to be so and so by nature, κακός, σοφός πέφυκα ( -κώς), etc., S. Ph. 558, 1244, etc.; δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος Id. Ant. 79; φύντʼ ἀρετᾷ born for virtue, i.e. brave and good by nature, Pi. O. 10(11).20; so of things, τὸ μὲν εὖ πράσσειν ἀκόρεστον ἔφυ A. Ag. 1331 (anap.), cf. Pl. Grg. 479d, etc.; εὐχροώτεροι ὁρῷντο ἢ πεφύκασιν X. Cyr. 8.1.41, cf. Oec. 10.2; [ τὸ πῦρ] πέφυκε τοιοῦτον Id. Cyr. 5.1.10; τἄλλα ἕκαστος ἡμῶν, ὅπως ἔτυχε, πέφυκεν D. 37.56: with Advs., ἱκανῶς πεφυκότες of good natural ability, Antipho 2.1.1; δυσκόλως πεφ. Isoc. 9.6; οὕτως πεφ. X. HG 7.1.7; also οἱ καλῶς πεφυκότες S. El. 989, cf. Lys. 2.20; οἱ βέλτιστα φύντες Pl. R. 431c: then, simply, to be so and so, φῦναι Ζηνὶ πιστὸν ἄγγελον A. Pr. 969; θεοῦ μήτηρ ἔφυς Id. Pers. 157 (troch.); γυναῖκε . . ἔφυμεν S. Ant. 62; Ἅιδης ὁ παύσων ἔφυ ib. 575; ἁπλοῦς ὁ μῦθος τῆς ἀληθείας ἔφυ E. Ph. 469: c. part., νικᾶν . . χρῄζων ἔφυν S. Ph. 1052; πρέπων ἔφυς . . φωνεῖν Id. OT 9, cf. 587; τοῦτο ἴδιον ἔφυμεν ἔχοντες Isoc. 4.48, cf. 11.41, X. Smp. 4.54.