Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιστολαὶ δʹ Ἀντιπάτρῳ

Ἐπιστολαὶ δʹ Ἀντιπάτρῳ (4)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg029.perseus-grc2:4
Refs {'start': {'reference': '4', 'human_reference': 'Section 4'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τὰ δὲ καὶ παρὰ τῶν ἄλλων τῶν ἐμπείρων αὐτοῦ πυνθανόμενον, ὧν οὐδεὶς ὅστις οὐκ ἂν ὁμολογήσειεν, εἰ μὴ λίαν εἴη φθονερός, καὶ εἰπεῖν καὶ βουλεύσασθαι μηδενὸς ἧττον αὐτὸν δύνασθαι καὶ δικαιότατον καὶ σωφρονέστατον εἶναι καὶ χρημάτων ἐγκρατέστατον, ἔτι δὲ συνημερεῦσαι καὶ συμβιῶναι πάντων ἥδιστον καὶ λιγυρώτατον, πρὸς δὲ τούτοις πλείστην ἔχειν παρρησίαν, οὐχ ἣν οὐ προσῆκεν, ἀλλὰ τὴν εἰκότως ἂν μέγιστον γιγνομένην σημεῖον τῆς εὐνοίας τῆς πρὸς τοὺς φίλους·

Tokens

τὰ 1 w 2
δὲ 1 w 4
καὶ 1 w 7
παρὰ 1 w 11
τῶν 1 w 14
ἄλλων 1 w 19
τῶν 2 w 22
ἐμπείρων 1 w 30
αὐτοῦ 1 w 35
πυνθανόμενον 1 w 47
ὧν 1 w 50
οὐδεὶς 1 w 56
ὅστις 1 w 61
οὐκ 1 w 64
ἂν 1 w 66
ὁμολογήσειεν 1 w 78
εἰ 1 w 81
μὴ 1 w 83
λίαν 1 w 87
εἴη 1 w 90
φθονερός 1 w 98
καὶ 2 w 102
εἰπεῖν 1 w 108
καὶ 3 w 111
βουλεύσασθαι 1 w 123
μηδενὸς 1 w 130
ἧττον 1 w 135
αὐτὸν 1 w 140
δύνασθαι 1 w 148
καὶ 4 w 151
δικαιότατον 1 w 162
καὶ 5 w 165
σωφρονέστατον 1 w 178
εἶναι 1 w 183
καὶ 6 w 186
χρημάτων 1 w 194
ἐγκρατέστατον 1 w 207
ἔτι 1 w 211
δὲ 2 w 213
συνημερεῦσαι 1 w 225
καὶ 7 w 228
συμβιῶναι 1 w 237
πάντων 1 w 243
ἥδιστον 1 w 250
καὶ 8 w 253
λιγυρώτατον 1 w 264
πρὸς 1 w 269
δὲ 3 w 271
τούτοις 1 w 278
πλείστην 1 w 286
ἔχειν 1 w 291
παρρησίαν 1 w 300
οὐχ 1 w 304
ἣν 1 w 306
οὐ 4 w 308
προσῆκεν 1 w 316
ἀλλὰ 1 w 321
τὴν 1 w 324
εἰκότως 1 w 331
ἂν 2 w 333
μέγιστον 1 w 341
γιγνομένην 1 w 351
σημεῖον 1 w 358
τῆς 1 w 361
εὐνοίας 1 w 368
τῆς 2 w 371
πρὸς 2 w 375
τοὺς 1 w 379
φίλους 1 w 385

Dictionary Citations

LSJ

λιγυρός
2 συμβιῶναι . . ἥδιστος καὶ -ώτατος Isoc. Ep. 4.4.
συμβιόω
live with, τινι Isoc. 15.97; μετά τινος Arist. MM 1212b31; πρός τινα (v. συμβιωτέον) ; ἥδιστος συμβιῶναι Isoc. Ep. 4.4; χείρους πρὸς τὸ συμβιοῦν Arist. EN 1126a31; ὡς κοινῇ συμβιωσόμενοι Pl. Smp. 181d; of a husband, Wilcken Chr. 122.3 (i A.D.); of a concubine, BGU 614.3 (iii A.D.); of a wedded pair, as opp. to mere cohabitation ( συνοικεῖν), Plu. Coniug. 2.142f, cf. BGU 251.4 (i A.D.), etc.