LSJ
2
uncivilized, ἄ. αἶα inhospitable land, E. IT 402; τόπος Isoc. 9.67. (Better written ἄμεικτος.)
make wild or waste, χώραν, opp. ἐξημερόω, D.S. 20.69:— Pass., to be made so, Isoc. 9.67; ὑπό τινος Aeschin. 1.98, cf. Porph. Abst. 4.21.
hatred, enmity, Hdt. 5.81, Pi. P. 4.145, etc.: in philos. sense, = νεῖκος I.5, Plot. 3.2.2; ἔ. τινός hatred for, enmity to one, Antipho 2.4.1, Th. 3.10; κατʼ ἔχθραν τινός Ar. Pax 133; ἔ. ἔς τινα Hdt. 1.5, Th. 2.68; εἴς θεόν Ep.Rom. 8.7; πρός τινα A. Pr. 491 (pl.), Th. 2.68; διʼ ἔχθρας μολεῖν, ἀφῖχθαί τινι, to be at feud with one, E. Ph. 479, Hipp. 1164; διʼ ἔχθρας οὐδετέρῳ γενήσομαι Ar. Ra. 1412; εἰς ἔ. βάλλειν τινά A. Pr. 390; εἰς ἔ. ἐλθεῖν D. 21.62; καταστῆσαί τινας εἰς ἔχθραν τῷ δήμῳ X. HG 3.5.9; πολλὴν εἰς ἔχθραν ἀλλήλοις καὶ πολλῶν πέρι καθίστανται Pl. Plt. 307d, cf. Isoc. 9.67; πρὸς ἔχθραν from personal enmity, D. 18.141; ἔ. συμβάλλειν, συνάπτειν τινί, to engage in hostility with . . , E. Med. 45, Heracl. 459; ἔ. τισὶν ἄρασθαι D. 21.132; καταλλάσσεσθαι τὰς ἔ. Hdt. 7.145; λύσασαν ἔ. τὴν πάρος E. Tr. 50; τὰς μεγάλας ἔ. διαλύεσθαι Th. 4.19; πρὸς ἀλλήλους ἔ. ἀνείλοντο Is. 1.9; διαλλαχθῆναι τῆς ἔ. And. 2.26: prov., Ἐμπεδοκλέους ἔ., of undying hatred, Lys. Fr. 261 S.
4
civilized, gentle, Hdt. 2.30 ( Comp.), Pi. P. 1.71, 3.6; ἄνδρες οὕτως ἥ. καὶ φιλάνθρωποι D. 21.49, cf. Phld. Ir. p.88W. ( Sup.); ἁμέροις χερσίν, αἰὼν ἁ., Pi. N. 8.3, 9.44; οἶκος ἅ. ἀστοῖς Id. O. 13.2; so of a lion, ἐν βιότου προτελείοις ἅμερον A. Ag. 721; κρατηθεὶς -ώτερος φανεῖ ib. 1632, cf. Pl. Prt. 326b, Isoc. 9.67. Adv. -ρως Plb. 5.54.9: Comp. -ωτέρως Pl. Lg. 867d: Sup. -ώτατα D.C. 57.18.
5
come into a certain state, become, and in pf. and plpf., to have become, be, ἀντὶ φίλου πολέμιόν τινι κ. Hdt. 1.87; οἱ μὲν ὀφθαλμῶν ἰητροὶ κατεστέασι, οἱ δὲ κεφαλῆς Id. 2.84; ἔμφρων καθίσταται S. Aj. 306; τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων Epicur. Sent. 13; ἐς μάχην Hdt. 3.45; ἐς πόλεμον ὑμῖν καὶ μάχην κ. E. HF 1168; ἐς πάλην καθίσταται δορὸς τὸ πρᾶγμα Id. Heracl. 159; ἐς τὴν ἴησιν Hp. Prorrh. 2.12; ἐς τὸ αὐτό they recover, Id. Coac. 160 (later abs., καταστῆναι καὶ μηδενὸς ἔτι φαρμάκου δεηθῆναι Gal. Vict.Att. 1); ἐς τοὺς κινδύνους Antipho 2.3.1; ἐς φόβον Hdt. 8.12, Th. 2.81; ἐς δέος, λύπην, Id. 4.108, 7.75; ἐς φυγήν Id. 2.81; ἐς ἔχθραν τινί Isoc. 9.67; εἰς ὁμόνοιαν, εἰς πολλὴν ἀθυμίαν, Lys. 18.18, 12.3; καταστῆναι ἐς συνήθειάν τινος τὴν πόλιν ποιεῖν make the city become accustomed to it, Aeschin. 1.165; ἀντιστασιώτης κατεστήκεε had been, Hdt. 1.92, cf. 9.37; ἐν δείματι μεγάλῳ κατέστασαν Id. 7.138; καταστάντων σφι εὖ τῶν πρηγμάτων ib. 132; τίνι τρόπῳ καθέστατε; in what case are ye? S. OT 10; φονέα με φησὶ . . καθεστάναι ib. 703; ἄπαρνος δʼ οὐδενὸς καθίστατο Id. Ant. 435; κρυπτὸς καταστάς E. Andr. 1064; οἱ ἐν τούτῳ τῆς ἡλικίας καθεστῶτες ἐν ᾧ . . Antipho 2.1.1; ἐν οἵῳ τρόπῳ [ἡ τῶν Ἀθηναίων ἀρχὴ] κατέστη how it came into being, Th. 1.97, cf. 96; ἀρξάμενος εὐθὺς καθισταμένου (sc. τοῦ πολέμου) from its first commencement, Id. 1.1.
2
mild, gentle, meek, πραῢς ἀστοῖς Pi. P. 3.71; πᾶσιν ἵλεώς τε καὶ πρᾶος Pl. R. 566e; πρὸς τοὺς οἰκείους π. ib. 375c; π. τὸ ἦθος Id. Phdr. 243c; π. ἐν τοῖς λόγοις Id. Euthd. 303d; esp. after having been angry, Hdt. 2.181 ( Comp.); ὁ θὴρ ὅδʼ ἡμῖν π., of Dionysus, E. Ba. 436; of a horse, gentle, ἀλλήλοις πραότεροι X. Cyr. 2.1.29; of other animals, tame, ἰχθύων μεγάλων καὶ πραέων Id. An. 1.4.9, cf. Arist. HA 488b22; ζῷα . . πραέα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους X. Oec. 15.4: prov., πραΰτερος μολόχας Epich. 153; also, τόπος ἡμερώτερος καὶ πραότερος Isoc. 9.67.