Scaife ATLAS

CTS Library / Εὐαγόρας

Εὐαγόρας (60)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg015.perseus-grc2:60
Refs {'start': {'reference': '60', 'human_reference': 'Section 60'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὥστʼ οὐχ ὑπὲρ τῶν γεγενημένων ὀργιζόμενος ἀλλὰ περὶ τῶν μελλόντων φοβούμενος, οὐδὲ περὶ Κύπρου μόνον δεδιώς, ἀλλὰ πολὺ περὶ μειζόνων ἐποιήσατο τὸν πόλεμον πρὸς αὐτόν. οὕτω δʼ οὖν ὥρμησεν ὥστʼ εἰς τὴν στρατείαν ταύτην πλέον τάλαντα πεντακισχίλια καὶ μύρια κατηνάλωσεν.

Tokens

ὥστʼ 1 w 4
οὐχ 1 w 7
ὑπὲρ 1 w 11
τῶν 1 w 14
γεγενημένων 1 w 25
ὀργιζόμενος 1 w 36
ἀλλὰ 1 w 40
περὶ 1 w 44
τῶν 2 w 47
μελλόντων 1 w 56
φοβούμενος 1 w 66
οὐδὲ 1 w 71
περὶ 2 w 75
Κύπρου 1 w 81
μόνον 1 w 86
δεδιώς 1 w 92
ἀλλὰ 2 w 97
πολὺ 1 w 101
περὶ 3 w 105
μειζόνων 1 w 113
ἐποιήσατο 1 w 122
τὸν 1 w 125
πόλεμον 1 w 132
πρὸς 1 w 136
αὐτόν 1 w 141
οὕτω 1 w 146
δʼ 1 w 148
οὖν 1 w 151
ὥρμησεν 1 w 158
ὥστʼ 2 w 162
εἰς 1 w 165
τὴν 1 w 168
στρατείαν 1 w 177
ταύτην 1 w 183
πλέον 1 w 188
1 w 189
τάλαντα 1 w 196
πεντακισχίλια 1 w 209
καὶ 1 w 212
μύρια 1 w 217
κατηνάλωσεν 1 w 228

Dictionary Citations

LSJ

καταναλίσκω
καταναλίσκω, impf. -ανάλισκον Isoc. 1.18: plpf. -ανηλώκει (intr.) Pl. Ti. 36b: but aor. -ηνάλωσα Isoc. 9.60:— Pass., aor. -αναλωθῆναι Pl. Phd. 72d; subj. -αναλωθῇ Hp. Epid. 2.4.1; indic. -ηναλώθησαν ib. 2: pf. -ανήλωμαι Isoc. 3.31 codd.; inf. κατηναλῶσθαι Plu. Cons.Apoll. 2.112a:—
καταναλίσκω
use up, spend, lavish, χρήματα X. Mem. 1.2.22; εἴς τι upon a thing, εἰς τὴν στρατείαν τάλαντα μύρια Isoc. 9.60; τὴν σχολὴν εἰς φιληκοΐαν Id. 1.18; τὰς δυνάμεις εἰς τὰ ἄλογα Pl. Prt. 321c; τέσσαρας μνᾶς εἰς ὀψοφαγίαν Ister ap. Ath. 8.345d; of space in a treatise, Phld. Herc. 1508.10; also κ. πολλὰ ἡδοναῖς D.S. 17.108; τὸ πλεῖστον τοῦ βίου ἐν ὁμιλίᾳ Ael. VH 3.13:— Pass., with plpf. Act., to be lavished, Pl. Ti. l.c.; εἴς τι Id. Phd. l.c.; πάσας [ τιμὰς] κατηναλῶσθαι ἄλλοις Plu. l.c.
ὀργίζω
II Pass., Pl. Phdr. 267d, etc. : fut. Med. (in pass. sense) ὀργιοῦμαι X. An. 6.1.30, Lys. 15.9, Isoc. 18.4, etc. ; but ὀργισθήσομαι Lys. 21.20, D. 59.111 : aor. ὠργίσθην Lys. 22.2, Pl. Prt. 346b, etc.: pf. ὤργισμαι E. Hipp. 1413, Ar. V. 431, etc.: grow angry, be wroth, S. OT 364, etc.: c. part., τίς γὰρ . . οὐκ ἂν ὀργίζοιτʼ . . κλύων; ib. 339, etc. ; τινι with a person or thing, E. Hel. 1646, Th. 4.128, Pl. Ap. 23c, al. ; ὑπέρ τινος Th. 1.143, Isoc. 9.60 ; ἐπί τινι And. 1.30, Lys. 28.2, etc. ; ἐπί τινος D. 21.183 ; διά τι X. An. 1.2.26: abs., in part., ἄνθρωπος -όμενος in a passion, Antipho 5.72 ; τὸ -όμενον τῆς γνώμης their angry feelings, Th. 2.59. Cf. ὀργαίνω.