Scaife ATLAS

CTS Library / Εὐαγόρας

Εὐαγόρας (54)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg015.perseus-grc2:54
Refs {'start': {'reference': '54', 'human_reference': 'Section 54'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὁρῶντες γὰρ αὐτὴν ὑπὸ Λακεδαιμονίοις οὖσαν καὶ μεγάλῃ μεταβολῇ κεχρημένην λυπηρῶς καὶ βαρέως ἔφερον, ἀμφότεροι προσήκοντα ποιοῦντες· τῷ μὲν γὰρ ἦν φύσει πατρίς, τὸν δὲ διὰ πολλὰς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας νόμῳ πολίτην ἐπεποίηντο. σκοπουμένοις δʼ αὐτοῖς ὅπως τῶν συμφορῶν αὐτὴν ἀπαλλάξουσι, ταχὺν τὸν καιρὸν Λακεδαιμόνιο παρεσκεύασαν· ἄρχοντες γὰρ τῶν Ἑλλήνων καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν εἰς τοῦτʼ ἀπληστίας ἦλθον, ὥστε καὶ τὴν Ἀσίαν κακῶς ποιεῖν ἐπεχείρησαν.

Tokens

ὁρῶντες 1 w 7
γὰρ 1 w 10
αὐτὴν 1 w 15
ὑπὸ 1 w 18
Λακεδαιμονίοις 1 w 32
οὖσαν 1 w 37
καὶ 1 w 40
μεγάλῃ 1 w 46
μεταβολῇ 1 w 54
κεχρημένην 1 w 64
λυπηρῶς 1 w 71
καὶ 2 w 74
βαρέως 1 w 80
ἔφερον 1 w 86
ἀμφότεροι 1 w 96
προσήκοντα 1 w 106
ποιοῦντες 1 w 115
τῷ 1 w 118
μὲν 1 w 121
γὰρ 2 w 124
ἦν 1 w 126
φύσει 1 w 131
πατρίς 1 w 137
τὸν 1 w 141
δὲ 1 w 143
διὰ 1 w 146
πολλὰς 1 w 152
καὶ 3 w 155
μεγάλας 1 w 162
εὐεργεσίας 1 w 172
νόμῳ 1 w 176
πολίτην 1 w 183
ἐπεποίηντο 1 w 193
σκοπουμένοις 1 w 206
δʼ 1 w 208
αὐτοῖς 1 w 214
ὅπως 1 w 218
τῶν 1 w 221
συμφορῶν 1 w 229
αὐτὴν 2 w 234
ἀπαλλάξουσι 1 w 245
ταχὺν 1 w 251
τὸν 2 w 254
καιρὸν 1 w 260
Λακεδαιμόνιο 1 w 272
παρεσκεύασαν 1 w 284
ἄρχοντες 1 w 293
γὰρ 3 w 296
τῶν 2 w 299
Ἑλλήνων 1 w 306
καὶ 4 w 309
κατὰ 1 w 313
γῆν 1 w 316
καὶ 5 w 319
κατὰ 2 w 323
θάλατταν 1 w 331
εἰς 1 w 334
τοῦτʼ 1 w 339
ἀπληστίας 1 w 348
ἦλθον 1 w 353
ὥστε 1 w 358
καὶ 6 w 361
τὴν 3 w 364
Ἀσίαν 1 w 369
κακῶς 1 w 374
ποιεῖν 1 w 380
ἐπεχείρησαν 1 w 391

Dictionary Citations

LSJ

λυπηρός
2 with pain, so as to feel or show pain, λ. φέρειν τι Isoc. 9.54, cf. Arist. EN 1110b12.
ποιέω
III Adj. as predic., make, render so and so, ποιῆσαί τινα ἄφρονα make one senseless, Od. 23.12; [ δῶρα] ὄλβια ποιεῖν make them blest, i.e. prosper them, 13.42, cf. Il. 12.30; τοὺς Μήδους ἀσθενεῖς π. X. Cyr. 1.5.2, etc.; χρήσιμον ἐξ ἀχρήστου π. Pl. R. 411b: with a Subst., ποιῆσαι ἀθύρματα make into playthings, Il. 15.363; ποιεῖν τινα βασιλῆα Od. 1.387; ταμίην ἀνέμων 10.21; γέροντα 16.456; ἄκοιτίν τινι Il. 24.537; γαμβρὸν ἑόν Hes. Th. 818; [ μύρμηκας] ἄνδρας π. [καὶ] γυναῖκας Id. Fr. 76.5; πολιήτας π. τινάς Hdt. 7.156; Ἀθηναῖον π. τινά Th. 2.29, etc.; π. τινὰ παράδειγμα Isoc. 4.39: hence, appoint, instal, τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρών LXX 1 Ki. 12.6; δώδεκα Ev.Marc. 3.14:— Med., ποιεῖσθαί τινα ἑταῖρον make him oneʼs friend, Hes. Op. 707, cf. 714; π. τινὰ ἄλοχον or ἄκοιτιν take her to oneself as wife, Il. 3.409, 9.397, cf. Od. 5.120, etc.; π. τινὰ παῖδα make him oneʼs son, i.e. adopt him as son, Il. 9.495, etc.; θετὸν παῖδα π. adopt a son, Hdt. 6.57: without υἱόν, adopt, ἐπειδὴ οὐκ ἦσαν αὐτῷ παῖδες ἄρρενες, π. Λεωκράτη D. 41.3, cf. 39.6, 33, 44.25, Pl. Lg. 923c, etc.; π. τινὰ θυγατέρα Hdt. 4.180: generally, ἅπαντας ἢ σῦς ἠὲ λύκους π. Od. 10.433; π. τινὰ πολίτην Isoc. 9.54; μαθητήν Pl. Cra. 428b; τὰ κρέα π. εὔτυκα Hdt. 1.119; τὰ ἔπεα ἀπόρρητα π. making them a secret, Id. 9.45, etc.; also ἑωυτοῦ ποιέεται τὸ . . ἔργον makes it his own, Id. 1.129; μηδʼ ἃ μὴ ʼθιγες ποιοῦ σεαυτῆς S. Ant. 547.