Scaife ATLAS

CTS Library / Αἰγητικὸς

Αἰγητικὸς (9)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg006.perseus-grc2:9
Refs {'start': {'reference': '9', 'human_reference': 'Section 9'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

μετὰ δὲ ταῦτʼ ἔγημεν ἐκ Σερίφου παρʼ ἀνθρώπων πολὺ πλείονος ἀξίων κατὰ τὴν αὑτῶν πόλιν, ἐξ ἧς ἐγένετο Σώπολις καὶ Θρασύλοχος καὶ θυγάτηρ νῦν ἐμοὶ συνοικοῦσα. Θράσυλλος μὲν οὖν τούτους μόνους παῖδας γνησίους καταλιπὼν καὶ κληρονόμους τῶν αὑτοῦ καταστήσας τὸν βίον ἐτελεύτησεν.

Tokens

μετὰ 1 w 4
δὲ 1 w 6
ταῦτʼ 1 w 11
ἔγημεν 1 w 17
ἐκ 1 w 19
Σερίφου 1 w 26
παρʼ 1 w 30
ἀνθρώπων 1 w 38
πολὺ 1 w 42
πλείονος 1 w 50
ἀξίων 1 w 55
1 w 56
κατὰ 1 w 60
τὴν 1 w 63
αὑτῶν 1 w 68
πόλιν 1 w 73
ἐξ 1 w 76
ἧς 1 w 78
ἐγένετο 1 w 85
Σώπολις 1 w 92
καὶ 1 w 95
Θρασύλοχος 1 w 105
καὶ 2 w 108
θυγάτηρ 1 w 115
1 w 116
νῦν 1 w 119
ἐμοὶ 1 w 123
συνοικοῦσα 1 w 133
Θράσυλλος 1 w 143
μὲν 1 w 146
οὖν 1 w 149
τούτους 1 w 156
μόνους 1 w 162
παῖδας 1 w 168
γνησίους 1 w 176
καταλιπὼν 1 w 185
καὶ 3 w 188
κληρονόμους 1 w 199
τῶν 2 w 202
αὑτοῦ 1 w 207
καταστήσας 1 w 217
τὸν 1 w 220
βίον 1 w 224
ἐτελεύτησεν 1 w 235

Dictionary Citations

LSJ

κληρονόμος
heir, freq. the heir in possession, Is. 1.44, Pl. Lg. 923c; of the heir apparent, SIG 884.53 (iii A.D.): c. gen. pers., Pl. Lg. 923e, IG 2(2).1623.117, Epicur. Fr. 217, SIG 953.65 ( Cnidus, ii B.C.): c. gen. rei, Lys. 32.23; κληρονόμους τῶν αὑτοῦ καταστήσας Isoc. 19.9, etc.: metaph., κ. τῆς εὐνοίας, τῆς ἀτιμίας, Id. 5.136, D. 22.34; τῆς ὑπὲρ τῶν νόμων [δίκης] Id. 21.20; κλαρονόμος μοίσας τᾶς Δωρίδος Mosch. 3.96; κ. καταλιπεῖν τινα Arist. Pol. 1270a28; κ. γράφειν τινά AP 11.171 ( Lucill.).
παῖς
I child, whether son, Il. 2.205, 609, al. (with special reference to the father, opp. τέκνον, q.v.): pl., Th. 1.4, etc.; or daughter, Il. 1.20, 443, 3.175; παῖδες ἄρρενες καὶ θήλειαι Pl. Lg. 788a; παῖς, opp. κόρα, Berl.Sitzb. 1927.7 ( Locr., v. B.C.); of an adopted son, ἀλλά σε παῖδα ποιεύμην Il. 9.494; παίδων παῖδες, τοί κεν μετόπισθε γένωνται 20.308, cf. Pi. N. 7.100, Inscr.Cypr. 135.11 H., etc.; Ἀγήνορος παῖδες ἐκ παίδων E. Ph. 281; freq. in orators of legal issue, Isoc. 19.9, Is. 7.31, etc.; of animals, A. Ag. 50 (anap.).