Scaife ATLAS

CTS Library / Αἰγητικὸς

Αἰγητικὸς (39)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg006.perseus-grc2:39
Refs {'start': {'reference': '39', 'human_reference': 'Section 39'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ σκέψασθʼ ὡς σφόδρʼ αὐτῷ συνήνεγκεν· δυστυχησάντων γὰρ ἡμῶν ἐν τῇ προσβολῇ τῇ πρὸς τὴν πόλιν καὶ τῆς ἀναχωρήσεως οὐχ οἵας ἠβουλόμεθα γενομένης, τετρωμένον αὐτὸν καὶ βαδίζειν οὐ δυνάμενον ἀλλʼ ὀλιγοψυχοῦντα ἀπεκόμισʼ ἐπὶ τὸ πλοῖον μετὰ τοῦ θεράποντος τοὐμαυτοῦ, φέρων ἐπὶ τῶν ὤμων, ὥστʼ ἐκεῖνον πολλάκις καὶ πρὸς πολλοὺς εἰπεῖν ὅτι μόνος ἀνθρώπων αἴτιος εἴην αὑτῷ τῆς σωτηρίας.

Tokens

καὶ 1 w 3
σκέψασθʼ 1 w 11
ὡς 1 w 13
σφόδρʼ 1 w 19
αὐτῷ 1 w 23
συνήνεγκεν 1 w 33
δυστυχησάντων 1 w 47
γὰρ 1 w 50
ἡμῶν 1 w 54
ἐν 1 w 56
τῇ 1 w 58
προσβολῇ 1 w 66
τῇ 2 w 68
πρὸς 1 w 72
τὴν 1 w 75
πόλιν 1 w 80
καὶ 2 w 83
τῆς 1 w 86
ἀναχωρήσεως 1 w 97
οὐχ 1 w 100
οἵας 1 w 104
ἠβουλόμεθα 1 w 114
γενομένης 1 w 123
τετρωμένον 1 w 134
αὐτὸν 1 w 139
καὶ 3 w 142
βαδίζειν 1 w 150
οὐ 2 w 152
δυνάμενον 1 w 161
ἀλλʼ 1 w 165
ὀλιγοψυχοῦντα 1 w 178
ἀπεκόμισʼ 1 w 187
ἐπὶ 1 w 190
τὸ 2 w 192
πλοῖον 1 w 198
μετὰ 1 w 202
τοῦ 1 w 205
θεράποντος 1 w 215
τοὐμαυτοῦ 1 w 224
φέρων 1 w 230
ἐπὶ 2 w 233
τῶν 1 w 236
ὤμων 1 w 240
ὥστʼ 1 w 245
ἐκεῖνον 1 w 252
πολλάκις 1 w 260
καὶ 4 w 263
πρὸς 2 w 267
πολλοὺς 1 w 274
εἰπεῖν 1 w 280
ὅτι 1 w 283
μόνος 1 w 288
ἀνθρώπων 1 w 296
αἴτιος 1 w 302
εἴην 1 w 306
αὑτῷ 1 w 310
τῆς 2 w 313
σωτηρίας 1 w 321

Dictionary Citations

LSJ

ὀλιγοψυχέω
to be faint, Isoc. 19.39.
ὦμος
the shoulder with the upper arm ( ὠλένη being the lower), ξίφεϊ κληῗδα παρʼ ὦμον πλῆξʼ, ἀπὸ δʼ αὐχένος ὦμον ἐέργαθεν ἠδʼ ἀπὸ νώτου Il. 5.146, cf. 8.325, Hdt. 4.62; μεταφρένῳ ἐν δόρυ πῆξεν ὤμων μεσσηγύς Il. 5.41; τεύχεʼ ἀπʼ ὤμων συλήσειν 15.544; ὦμος στιβαρός, ὦμοι ἴφθιμοι, 5.400, 18.204; εὐρέες 3.210; κυρτώ 2.217; ἀμφʼ ὤμοισιν ἔχει σάκος 11.527, cf. S. Fr. 453; ἐπʼ ὤμου . . φέρειν Od. 10.170, cf. Isoc. 19.39; ἀρεῖτʼ ἐπʼ ὤμου Herod. 3.61; κατʼ ὤμου δεῖρον ib. 3; ἐπʼ ὤμων πατέρʼ ἔχων S. Fr. 373; τὰ ὦτα ἐπὶ τῶν ὤμων ἔχειν Pl. R. 613c; ὤμοισι φόρησεν Il. 19.11; ἑλὼν . . σάκος ὤμῳ 15.474; ὤμῳ or ὤμοισιν ἔχειν, 14.376, 1.45, al.; ὤμοις or ἐπʼ ὤμοις φέρειν, S. Fr. 454, Tr 564; ἔχειν ἀνὰ φαιδίμῳ ὤμῳ Od. 11.128, 23.275; λαβὼν . . ὦμον εἰς ἀριστερόν E. IT 1381; ἐπʼ ὤμοις θεῖναι Id. Ba. 755; κίονʼ οὐρανοῦ . . ὤμοις ἐρείδων A. Pr. 350; ὤμοισι τοῖσι ἐμοῖσι ‘by the strength of mine arms’, Hdt. 2.106; ἀποστρέψαι τὸν ὦ. to dislocate it, Ar. Eq. 263 (troch.); ὁ δʼ ὦμος . . πιέζεται Id. Ra. 30; τὸν ὦμον θλίβομαι Id. Fr. 323: pl. for sg., ὤμοις ἀριστεροῖσιν ἀνακλάσας δέρην E. Or. 1471.