Scaife ATLAS

CTS Library / Αἰγητικὸς

Αἰγητικὸς (14)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg006.perseus-grc2:14
Refs {'start': {'reference': '14', 'human_reference': 'Section 14'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

εἰ μὲν τοίνυν, ἄνδρες Αἰγινῆται, τούτοις μὲν τοῖς νόμοις ἠναντιοῦντο, τὸν δὲ παρʼ αὑτοῖς κείμενον σύνδικον εἶχον, ἧττον ἄξιον ἦν θαυμάζειν αὐτῶν· νῦν δὲ κἀκεῖνος ὁμοίως τοῖς ἀνεγνωσμένοις κεῖται. καί μοι λαβὲ τὸ βιβλίον.

Νόμος

Tokens

εἰ 1 w 2
μὲν 1 w 5
τοίνυν 1 w 11
1 w 13
ἄνδρες 1 w 19
Αἰγινῆται 1 w 28
τούτοις 1 w 36
μὲν 2 w 39
τοῖς 1 w 43
νόμοις 1 w 49
ἠναντιοῦντο 1 w 60
τὸν 1 w 64
δὲ 1 w 66
παρʼ 1 w 70
αὑτοῖς 1 w 76
κείμενον 1 w 84
σύνδικον 1 w 92
εἶχον 1 w 97
ἧττον 1 w 103
ἄξιον 1 w 108
ἦν 1 w 110
θαυμάζειν 1 w 119
αὐτῶν 1 w 124
νῦν 1 w 128
δὲ 2 w 130
κἀκεῖνος 1 w 138
ὁμοίως 1 w 144
τοῖς 3 w 148
ἀνεγνωσμένοις 1 w 161
κεῖται 1 w 167
καί 1 w 171
μοι 2 w 174
λαβὲ 1 w 178
τὸ 2 w 180
βιβλίον 1 w 187
Νόμος 1 w 193

Dictionary Citations

LSJ

σύνδικος
one who helps in a court of justice, advocate, ἀρωγοὺς ξυνδίκους θʼ ἥξω λαβών A. Supp. 726; μητρὸς τάσδε σ. ὁρῶν Id. Eu. 761; μάρτυρες καὶ σύνδικοι Pl. Lg. 929e; τὸν νόμον σ. ἔχων having the law on oneʼs side, Isoc. 19.14; σ. ὑπέρ τινος D. 18.134: metaph., σ. αὐτῷ Ἰολάου τύμβος Pi. O. 9.98.