Scaife ATLAS

CTS Library / Αἰγητικὸς

Αἰγητικὸς (11)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg006.perseus-grc2:11
Refs {'start': {'reference': '11', 'human_reference': 'Section 11'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ τί δεῖ λέγειν τὰς οἴκοι χρήσεις; ἀλλʼ οὐδὲ φυγόντες ἀπʼ ἀλλήλων ἠξιώσαμεν γενέσθαι. τὸ δὲ τελευταῖον φθόῃ σχόμενον αὐτὸν καὶ πολὺν χρόνον ἀσθενήσαντα, καὶ τοῦ μὲν ἀδελφοῦ Σωπόλιδος αὐτῷ πρότερον τετελευτηκότος, τῆς δὲ μητρὸς καὶ τῆς ἀδελφῆς οὔπω παρουσῶν, μετὰ τοσαύτης ἐρημίας γενόμενον οὕτως ἐπιπόνως καὶ καλῶς αὐτὸν ἐθεράπευσα, ὥστʼ ἐκεῖνον μὴ νομίζειν ἀξίαν μοι δύνασθαι χάριν ἀποδοῦναι τῶν πεπραγμένων.

Tokens

καὶ 1 w 3
τί 1 w 5
δεῖ 1 w 8
λέγειν 1 w 14
τὰς 1 w 17
οἴκοι 1 w 22
χρήσεις 1 w 29
ἀλλʼ 1 w 34
οὐδὲ 1 w 38
φυγόντες 1 w 46
ἀπʼ 1 w 49
ἀλλήλων 1 w 56
ἠξιώσαμεν 1 w 65
γενέσθαι 1 w 73
τὸ 1 w 76
δὲ 2 w 78
τελευταῖον 1 w 88
φθόῃ 1 w 92
σχόμενον 1 w 100
αὐτὸν 1 w 105
καὶ 2 w 108
πολὺν 1 w 113
χρόνον 1 w 119
ἀσθενήσαντα 1 w 130
καὶ 3 w 134
τοῦ 1 w 137
μὲν 1 w 140
ἀδελφοῦ 1 w 147
Σωπόλιδος 1 w 156
αὐτῷ 1 w 160
πρότερον 1 w 168
τετελευτηκότος 1 w 182
τῆς 1 w 186
δὲ 3 w 188
μητρὸς 1 w 194
καὶ 4 w 197
τῆς 2 w 200
ἀδελφῆς 1 w 207
οὔπω 1 w 211
παρουσῶν 1 w 219
μετὰ 1 w 224
τοσαύτης 1 w 232
ἐρημίας 1 w 239
γενόμενον 1 w 248
οὕτως 1 w 253
ἐπιπόνως 1 w 261
καὶ 5 w 264
καλῶς 1 w 269
αὐτὸν 2 w 274
ἐθεράπευσα 1 w 284
ὥστʼ 1 w 289
ἐκεῖνον 1 w 296
μὴ 1 w 298
νομίζειν 1 w 306
ἀξίαν 1 w 311
μοι 1 w 314
δύνασθαι 1 w 322
χάριν 1 w 327
ἀποδοῦναι 1 w 336
τῶν 1 w 339
πεπραγμένων 1 w 350

Dictionary Citations

LSJ

ἐπίπονος
II Adv. -νως with suffering, Hp. Epid. 1.1; with difficulty, εὑρίσκεσθαι Th. 1.22; ζῆν (opp. τρυφᾶν) Arist. Pol. 1265a34; ἐ. καὶ καλῶς τινα θεραπεύειν Isoc. 19.11; βιώσεται X. Mem. 1.7.2, etc.: Comp. -ώτερον, διακονεῖν Arched. 3.8: Sup. -ώτατα, ζῆν X. Cyr. 7.5.67.
ἴσχω
II hold fast, hold, once in Hom., [κανόνα] ἀγχόθι στήθεος Il. 23.762, cf. S. Aj. 575, Ph. 1111 (lyr.): metaph., keep, maintain, εὐφημίαν Id. Tr. 178; ἐλπίσιν ἴ. τι ib. 138; γνώμαν Id. Ph. 853 (lyr.); ἐπιστήμην λαβόντα ἴσχειν Pl. Tht. 198a; of outward matters, ὀδύνη ἴ. τὴν γαστέρα affects it, Hp. Nat.Mul. 14; τὸν αἶσʼ ἄπλατος ἴσχει S. Aj. 256 (lyr.); αἱ ἄτομοι τὸν παλμὸν ἴσχουσι keep up, Epicur. Ep. 1p.8U.:— Pass., φθόῃ ἴσχεσθαι Isoc. 19.11 (s.v.l., σχόμενον Blass); also τὸ ἰσχόμενον κατὰ διαφοράν that which is permanent in distinction, Chrysipp.Stoic. 2.128.
φθόη
Pl. Lg. 916a, Pl.Com. 184, Isoc. 19.11, D. Ep. 3.30, Luc. Cont. 17, Tab.Defix. 98.5, Gal. 6.421, etc.; esp. of empyema, Aret. SD 1.8. ( *φθοy-ᾱ from root of φθίω, φθίνω.)
χρῆσις
3 intimacy, acquaintance, ἡ οἰκειότης καὶ ἡ χ. [τῆς πόλεως] Isoc. Ep. 2.14; ἡ χ. ἡ πρὸς ἀλλήλους Arist. Pol. 1280a36; αἱ οἴκοι χρήσεις Isoc. 19.11; ἡ τῶν ἀφροδισίων χ. Pl. Lg. 841a, Arist. HA 581b13, cf. Pol. 1262a34 (pl.), Ep.Rom. 1.26; τὰ ἐν χρήσει familiar objects, Plot. 4.4.37.